Δικηγορικός Σύλλογος Έδεσσας

Τηλεφωνική Επικοινωνία

23810 22852

ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ

Κώδικας Δεοντολογίας

ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑΤΟΣ

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

  1. Ο Δικηγόρος, κατά τον Κώδικα Δικηγόρων είναι υποχρεωτικά μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου στην περιφέρεια του οποίου ασκεί το Δικηγορι- κό Λειτούργημα. Διορίζεται με διάταγμα άμισθος δημόσιος λειτουργός και είναι «συμπράττων Λει- τουργός της Δικαιοσύνης». Αποτελεί το ένα μέρος του Τρίπτυχου της Λειτουργίας και Απονομής της Δικαιοσύνης (Δικαστές – Δικηγόροι – Δικαστικοί Υπάλληλοι).
  2. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 199 του ν.δ. 3026/195Λ «Περί Κώδικος Δι- κηγόρων», βαρύνονται με τα παρακάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις, η εκπλήρωση των οποίων αποτε- λεί νομικό και ηθικό χρέος, α) Τη μέριμνα για την εν γένει αξιοπρέπεια του Δικηγόρου και την απονομή από κάθε Αρχή του οφειλόμενου προς αυτόν σεβα- σμού κατά την ενάσκηση του λειτουργήματος του. β) Την υποβολή προτάσεων και γνωμών που αφορούν στη βελτίωση της Νομοθεσίας, την ερμηνεία και την εφαρμογή της. γ) Τη διατύπωση παρατηρήσεων και κρίσεων ως προς τη λειτουργία και την απονομή της Δικαιοσύνης, δ) Τη συζήτηση και λήψη αποφάσεων πάνω σε κάθε ζήτημα που ενδιαφέρει το Δικηγο- ρικό Σώμα ή τα μέλη του Συλλόγου ή την επαγγελ- ματική τάξη. ε) Τη συζήτηση και λήψη αποφάσεων επί παντός γενικότερου ζητήματος Εθνικού ή Κοι- νωνικού περιεχομένου. Οι διατάξεις αυτές προσδι- ορίζουν την ιδιαίτερη φύση και υπόστασή τους και τους προσδίδουν το ιδιαίτερο εκείνο κύρος και τη λειτουργηματική τους αυθεντία που παρακολουθεί- ται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από το νομικό κόσμο και τον Ελληνικό Λαό.
  3. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι του Κράτους είναι Οργανι- σμοί Επιστημονικοί και Επαγγελματικοί. Σαν επιστη- μονικοί Οργανισμοί που περικλείουν μέσα τους τις πρώτες επιστημονικές δυνάμεις της χώρας, έχουν αποστολή την παροχή υπηρεσιών για την εύρυθμη λειτουργία και απονομή της Δικαιοσύνης. Την προ- αγωγή και πρόοδο της επιστήμης του Δικαίου. Τη βελτίωση της Νομοθεσίας. Την παρακολούθηση της Νομολογίας των Δικαστηρίων. Την υπεράσπιση της Ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Την προστα- σία των Συνταγματικών Δικαιωμάτων και των ατο- μικών Ελευθεριών του πολίτη. Τη διασφάλιση της ελεύθερης εκφράσεως του Ελληνικού Λαού. Σαν επαγγελματικοί Σύλλογοι που περιλαμβάνουν στους κόλπους τους επαγγελματίες, που αγωνίζονται για την επαγγελματική τους σταδιοδρομία, επιβίωση και προκοπή, έχουν καθήκον να υπερασπίζονται τα θέματα και τις επαγγελματικές και ηθικές διεκδική- σεις του Δικηγορικού Σώματος. Ν’ αγωνίζονται για την προώθηση και τη λύση τους και να αγρυπνούν για την προστασία της Δικηγορικής ολότητας.
  4. Σαν δημόσιοι λειτουργοί, «συμπράττοντες Λειτουρ- γοί της Δικαιοσύνης», οι Δικηγόροι έχουν επίσης χρέος ν’ αγωνίζονται για την καλή λειτουργία της, την εξύψωση του κύρους και του γοήτρου της και να παρέχουν ουσιαστική βοήθεια στους Λειτουρ-

γούς της, για ν’ αντεπεξέρχονται στο δύσκολο και βαρύ έργο τους.

  1. Ιδιαίτερα υψηλή είναι η ευθύνη του Δικηγόρου κατά την άσκηση του Λειτουργήματος του σε περίοδο λειτουργίας Εκτάκτων Δικαστηρίων, που η υπερά- σπιση των αγαθών της ελευθερίας και των δικαιω- μάτων του πολίτη επιβάλλουν έντονη την παρουσία του στις Δίκες, η διεύθυνση της διαδικασίας των οποίων και οι εκδιδόμενες αποφάσεις τελούν κάτω από τη λειτουργία της στυγνής σκοπιμότητας και όχι της νομιμότητας και των αρχών του «κράτους δικαί- ου». Ο Δικηγόρος κάτω από συνθήκες λειτουργίας

«Εκτάκτων Δικαστηρίων» οφείλει να υπερασπίζεται με σθένος και μαχητικότητα τον κατηγορούμενο, το βήμα της υπερασπίσεως που είναι η πολεμίστρα του, το Δικηγορικό λειτούργημα που είναι ο θώρα- κάς του και την υψηλή ιδέα της Δικαιοσύνης που αποτελεί το ιδανικό της ανθρωπότητας. Αδιαφορώ- ντας για τις συνέπειες. Μια δικανική μάχη με αντί- παλο Επίτροπο και Δικαστήριο σκοπιμότητας είναι προέκταση της μάχης που δίνει ο κατηγορούμενος για τα ιδανικά της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας. Ο Δικηγόρος οφείλει να υπερασπιστεί τον κατηγο- ρούμενο και να τον προστατέψει μπροστά στην αυ- θαιρεσία και τη βία.

  1. Ο Πρόεδρος και τα Διοικητικά Συμβούλια των Δι- κηγορικών Συλλόγων είναι, σύμφωνα με το νόμο, έφοροι και φρουροί των κανόνων του Δικηγορικού Κώδικα και των φιλελεύθερων παραδόσεων του Δι- κηγορικού Σώματος και του Δικηγορικού Λειτουρ- γήματος. Δέκτες των αντιδράσεων και αντιλήψεων του νομικού δημοσίου χώρου, οφείλουν να υπερα- σπίζονται ό,τι είναι προς το συμφέρον του Ελληνικού Λαού και της Δικαιοσύνης και μ’ αγωνίζονται για την εύρυθμη λειτουργία της και την ορθή απονομή του Δικαίου. Γιατί εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης σημαίνει και ομαλή λειτουργία της Δημοκρατίας και του «κράτους Δικαίου». Χωρίς καλή λειτουργία και απονομή της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να υπάρξει και να ευδοκιμήσει Δικηγορία και να προαχθεί το Δικηγορικό λειτούργημα.
  2. Κατά την εκπλήρωση της αποστολής του στην υπε- ράσπιση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του πολίτη, το Δικηγορικό Σώμα της Αθήνας έχει και μάρτυρες και θύματα. Στη μνήμη τους το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου της Πρωτεύ- ουσας αφιερώνει το Κώδικα αυτόν, ο οποίος περιέ- χει τους δεοντολογικούς κανόνες που πρέπει να τη- ρούν τα μέλη του κατά την άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος.

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

1. Ο Δικηγόρος, κατά τον Κώδικα Δικηγόρων είναι
υποχρεωτικά μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου
στην περιφέρεια του οποίου ασκεί το Δικηγορι-
κό Λειτούργημα. Διορίζεται με διάταγμα άμισθος
δημόσιος λειτουργός και είναι «συμπράττων Λει-
τουργός της Δικαιοσύνης». Αποτελεί το ένα μέρος
του Τρίπτυχου της Λειτουργίας και Απονομής της
Δικαιοσύνης (Δικαστές – Δικηγόροι – Δικαστικοί
Υπάλληλοι).
2. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι του Κράτους, σύμφωνα με
το άρθρο 199 του ν.δ. 3026/195Λ «Περί Κώδικος Δι-
κηγόρων», βαρύνονται με τα παρακάτω καθήκοντα
και υποχρεώσεις, η εκπλήρωση των οποίων αποτε-
λεί νομικό και ηθικό χρέος, α) Τη μέριμνα για την εν
γένει αξιοπρέπεια του Δικηγόρου και την απονομή
από κάθε Αρχή του οφειλόμενου προς αυτόν σεβα-
σμού κατά την ενάσκηση του λειτουργήματος του. β)
Την υποβολή προτάσεων και γνωμών που αφορούν
στη βελτίωση της Νομοθεσίας, την ερμηνεία και την
εφαρμογή της. γ) Τη διατύπωση παρατηρήσεων και
κρίσεων ως προς τη λειτουργία και την απονομή της
Δικαιοσύνης, δ) Τη συζήτηση και λήψη αποφάσεων
πάνω σε κάθε ζήτημα που ενδιαφέρει το Δικηγο-
ρικό Σώμα ή τα μέλη του Συλλόγου ή την επαγγελ-
ματική τάξη. ε) Τη συζήτηση και λήψη αποφάσεων
επί παντός γενικότερου ζητήματος Εθνικού ή Κοι-
νωνικού περιεχομένου. Οι διατάξεις αυτές προσδι-
ορίζουν την ιδιαίτερη φύση και υπόστασή τους και
τους προσδίδουν το ιδιαίτερο εκείνο κύρος και τη
λειτουργηματική τους αυθεντία που παρακολουθεί-
ται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από το νομικό κόσμο
και τον Ελληνικό Λαό.
3. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι του Κράτους είναι Οργανι-
σμοί Επιστημονικοί και Επαγγελματικοί. Σαν επιστη-
μονικοί Οργανισμοί που περικλείουν μέσα τους τις
πρώτες επιστημονικές δυνάμεις της χώρας, έχουν
αποστολή την παροχή υπηρεσιών για την εύρυθμη
λειτουργία και απονομή της Δικαιοσύνης. Την προ-
αγωγή και πρόοδο της επιστήμης του Δικαίου. Τη
βελτίωση της Νομοθεσίας. Την παρακολούθηση
της Νομολογίας των Δικαστηρίων. Την υπεράσπιση
της Ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Την προστα-
σία των Συνταγματικών Δικαιωμάτων και των ατο-
μικών Ελευθεριών του πολίτη. Τη διασφάλιση της
ελεύθερης εκφράσεως του Ελληνικού Λαού. Σαν
επαγγελματικοί Σύλλογοι που περιλαμβάνουν στους
κόλπους τους επαγγελματίες, που αγωνίζονται για
την επαγγελματική τους σταδιοδρομία, επιβίωση
και προκοπή, έχουν καθήκον να υπερασπίζονται τα
θέματα και τις επαγγελματικές και ηθικές διεκδική-
σεις του Δικηγορικού Σώματος. Ν’ αγωνίζονται για
την προώθηση και τη λύση τους και να αγρυπνούν
για την προστασία της Δικηγορικής ολότητας.
4. Σαν δημόσιοι λειτουργοί, «συμπράττοντες Λειτουρ-
γοί της Δικαιοσύνης», οι Δικηγόροι έχουν επίσης
χρέος ν’ αγωνίζονται για την καλή λειτουργία της,
την εξύψωση του κύρους και του γοήτρου της και
να παρέχουν ουσιαστική βοήθεια στους Λειτουρ-
γούς της, για ν’ αντεπεξέρχονται στο δύσκολο και
βαρύ έργο τους.
5. Ιδιαίτερα υψηλή είναι η ευθύνη του Δικηγόρου κατά
την άσκηση του Λειτουργήματος του σε περίοδο
λειτουργίας Εκτάκτων Δικαστηρίων, που η υπερά-
σπιση των αγαθών της ελευθερίας και των δικαιω-
μάτων του πολίτη επιβάλλουν έντονη την παρουσία
του στις Δίκες, η διεύθυνση της διαδικασίας των
οποίων και οι εκδιδόμενες αποφάσεις τελούν κάτω
από τη λειτουργία της στυγνής σκοπιμότητας και όχι
της νομιμότητας και των αρχών του «κράτους δικαί-
ου». Ο Δικηγόρος κάτω από συνθήκες λειτουργίας
«Εκτάκτων Δικαστηρίων» οφείλει να υπερασπίζεται
με σθένος και μαχητικότητα τον κατηγορούμενο, το
βήμα της υπερασπίσεως που είναι η πολεμίστρα
του, το Δικηγορικό λειτούργημα που είναι ο θώρα-
κάς του και την υψηλή ιδέα της Δικαιοσύνης που
αποτελεί το ιδανικό της ανθρωπότητας. Αδιαφορώ-
ντας για τις συνέπειες. Μια δικανική μάχη με αντί-
παλο Επίτροπο και Δικαστήριο σκοπιμότητας είναι
προέκταση της μάχης που δίνει ο κατηγορούμενος
για τα ιδανικά της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας.
Ο Δικηγόρος οφείλει να υπερασπιστεί τον κατηγο-
ρούμενο και να τον προστατέψει μπροστά στην αυ-
θαιρεσία και τη βία.
6. Ο Πρόεδρος και τα Διοικητικά Συμβούλια των Δι-
κηγορικών Συλλόγων είναι, σύμφωνα με το νόμο,
έφοροι και φρουροί των κανόνων του Δικηγορικού
Κώδικα και των φιλελεύθερων παραδόσεων του Δι-
κηγορικού Σώματος και του Δικηγορικού Λειτουρ-
γήματος. Δέκτες των αντιδράσεων και αντιλήψεων
του νομικού δημοσίου χώρου, οφείλουν να υπερα-
σπίζονται ό,τι είναι προς το συμφέρον του Ελληνικού
Λαού και της Δικαιοσύνης και μ’ αγωνίζονται για την
εύρυθμη λειτουργία της και την ορθή απονομή του
Δικαίου. Γιατί εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης
σημαίνει και ομαλή λειτουργία της Δημοκρατίας και
του «κράτους Δικαίου». Χωρίς καλή λειτουργία και
απονομή της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να υπάρξει
και να ευδοκιμήσει Δικηγορία και να προαχθεί το
Δικηγορικό λειτούργημα.
7. Κατά την εκπλήρωση της αποστολής του στην υπε-
ράσπιση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του
πολίτη, το Δικηγορικό Σώμα της Αθήνας έχει και
μάρτυρες και θύματα. Στη μνήμη τους το Διοικητικό
Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου της Πρωτεύ-
ουσας αφιερώνει το Κώδικα αυτόν, ο οποίος περιέ-
χει τους δεοντολογικούς κανόνες που πρέπει να τη-
ρούν τα μέλη του κατά την άσκηση του Δικηγορικού
Λειτουργήματος.

Α’ ΤΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ

ΆρΘρο 1                                                     

Ο Δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, και ένας από τους τρεις παράγοντες του τρίπτυχου της λειτουργίας και της απονομής της Δικαιοσύνης (Δικα- στικοί Λειτουργοί, Δικηγόροι, Δικαστικοί υπάλληλοι).

 

Αποστολή κσι προορισμός του είναι να συμβάλλει με τη συμμετοχή του στη λειτουργία της Δικαιοσύνης και με την άσκηση του Λειτουργήματος του στην ορθή απονομή του Δικαίου.

ΆρΘρο 2                                                    

Προϋπόθεση για την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης είναι η ύπαρξη και η απρόσκοπτη λειτουργία κράτους Δικαίου. O Δικηγόρος αγωνίζεται για την ύπαρξη, δια- τήρηση και κατοχύρωση όλων των προϋποθέσεων της λειτουργίας του Κράτους Δικαίου και ειδικότερα:

α) Είναι υπέρμαχος της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, της Ειρήνης και της Κοινωνικής Δικαιοσύνης,

β) Υπερασπίζεται με θάρρος και αυταπάρνηση το Σύ- νταγμα και τους Δημοκρατικούς θεσμούς, τα ατομι- κά, πολιτικά και κοινωνικά Δικαιώματα των πολιτών.

γ) Αγωνίζεται εναντίον οποιασδήποτε μορφής τυραννί- ας, αυταρχικής εξουσίας, παραβιάσεως των συνταγ- ματικών ελευθεριών και παρανομίας.

δ) Υπερασπίζεται την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, εναντίον οποιασδήποτε μορφής επεμβάσεως της εκτελεστικής εξουσίας και οποιουδήποτε άλλου πα- ράγοντα, μέσα κι έξω από τη Δικαστική λειτουργία.

ε) Είναι ο φυσικός υπερασπιστής των αδικούμενων και καταπιεζόμενων.

ΆρΘρο 3                                                    

α) O Δικηγόρος δεν περιορίζεται μόνο στα στενά επαγ- γελματικά του συμφέροντα. Ενδιαφέρεται για τα γενικότερα προβλήματα της Χώρας, προσφέρει τις γνώσεις του και τις υπηρεσίες του για την πρόοδο της και ασκεί το Λειτούργημα του, κατά τρόπο ώστε να είναι χρήσιμος και στ’ άτομα και στο Κοινωνικό Σύνολο,

β) Ενδιαφέρεται για τη βελτίωση των συνθηκών ασκή- σεως του Λειτουργήματος και της λειτουργίας και της απονομής της Δικαιοσύνης και μετέχει σε όλες τις προσπάθειες και τους αγώνες που κάνει ο Δι- κηγορικός Σύλλογος και ολόκληρο το Δικηγορικό Σώμα, για την επίτευξη των σκοπών αυτών.

ΆρΘρο 1

Ο Δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, και
ένας από τους τρεις παράγοντες του τρίπτυχου της
λειτουργίας και της απονομής της Δικαιοσύνης (Δικα-
στικοί Λειτουργοί, Δικηγόροι, Δικαστικοί υπάλληλοι).
Αποστολή κσι προορισμός του είναι να συμβάλλει με
τη συμμετοχή του στη λειτουργία της Δικαιοσύνης και
με την άσκηση του Λειτουργήματος του στην ορθή
απονομή του Δικαίου.

ΆρΘρο 2

Προϋπόθεση για την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης
είναι η ύπαρξη και η απρόσκοπτη λειτουργία κράτους
Δικαίου. O Δικηγόρος αγωνίζεται για την ύπαρξη, δια-
τήρηση και κατοχύρωση όλων των προϋποθέσεων της
λειτουργίας του Κράτους Δικαίου και ειδικότερα:
α) Είναι υπέρμαχος της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας,
της Ειρήνης και της Κοινωνικής Δικαιοσύνης,
β) Υπερασπίζεται με θάρρος και αυταπάρνηση το Σύ-
νταγμα και τους Δημοκρατικούς θεσμούς, τα ατομι-
κά, πολιτικά και κοινωνικά Δικαιώματα των πολιτών.
γ) Αγωνίζεται εναντίον οποιασδήποτε μορφής τυραννί-
ας, αυταρχικής εξουσίας, παραβιάσεως των συνταγ-
ματικών ελευθεριών και παρανομίας.
δ) Υπερασπίζεται την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης,
εναντίον οποιασδήποτε μορφής επεμβάσεως της
εκτελεστικής εξουσίας και οποιουδήποτε άλλου πα-
ράγοντα, μέσα κι έξω από τη Δικαστική λειτουργία.
ε) Είναι ο φυσικός υπερασπιστής των αδικούμενων
και καταπιεζόμενων.
ΆρΘρο 3
α) O Δικηγόρος δεν περιορίζεται μόνο στα στενά επαγ-
γελματικά του συμφέροντα. Ενδιαφέρεται για τα
γενικότερα προβλήματα της Χώρας, προσφέρει τις
γνώσεις του και τις υπηρεσίες του για την πρόοδο
της και ασκεί το Λειτούργημα του, κατά τρόπο ώστε
να είναι χρήσιμος και στ’ άτομα και στο Κοινωνικό
Σύνολο,
β) Ενδιαφέρεται για τη βελτίωση των συνθηκών ασκή-
σεως του Λειτουργήματος και της λειτουργίας και
της απονομής της Δικαιοσύνης και μετέχει σε όλες
τις προσπάθειες και τους αγώνες που κάνει ο Δι-
κηγορικός Σύλλογος και ολόκληρο το Δικηγορικό
Σώμα, για την επίτευξη των σκοπών αυτών.

B’ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ

ΆρΘρο 4                                                    

Τα δικαιώματα του Δικηγόρου ορίζονται στα άρθρα 38 έως 61 του Κώδικα Δικηγόρων και σε άλλους ειδικούς νόμους και είναι ενδεικτικά τ’ ακόλουθα:

  1. Αντιπροσωπεύει σε όλα τα Δικαστήρια και σε όλες τις Αρχές τον εντολέα του, υπερασπίζεται τη ζωή, την τιμή, την ελευθερία και την περιουσία του και παρέχει σ’ αυτόν νομικές συμβουλές για τη ρύθμιση των έννομων σχέσεών του (άρθρο 39 παρ. 1 ΚΔ).
  2. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του έχει από το νόμο πλήρη ελευθερία και τα Δικαστήρια και οι διάφορες Αρχές του οφείλουν σεβασμό (άρθρ. 45 παρ. 1).
  3. Γνωμοδοτεί για νομικά ζητήματα, για τα οποία ζητεί- ται η γνώμη του (άρθρο 51 ΚΔ).
  4. Συντάσσει τα σχέδια των συμβολαίων που προβλέ- πει το άρθρο 42 του ΚΔ.
  5. Έχει ελεύθερη είσοδο στα Υπουργεία και σ’ όλα τα Δημόσια καταστήματα, επιδεικνύοντας το δελτίο

 

της δικηγορικής του ταυτότητας, όλες τις εργάσιμες ημέρες και σε ώρες που δεν επιτρέπεται η είσοδος στο κοινό, για την έρευνα ή παρακολούθηση των υποθέσεων των εντολέων του (άρθρο 45 παρ. 2 του ΚΔ).

  1. Εκδίδει ύστερα από έλεγχο, επικυρωμένα απ’ αυτόν αντίγραφα από κάθε είδους έγγραφα, που υποχρε- ωτικά γίνονται δεκτά από τα Δικαστήρια και τις Αρ- χές (άρθρο 52 ΚΔ).
  2. Μεταφράζει έγγραφα που έχουν συνταχτεί σε ξένες γλώσσες. Οι μεταφράσεις αυτές γίνονται υποχρεω- τικά δεκτές από τα Δικαστήρια και όλες τις Αρχές, πρέπει όμως να συνοδεύονται και από το πρωτότυπο (άρθρο 53 ΚΔ)
  3. O Δικηγόρος έχει δικαίωμα ν’ ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου όπου είναι διορισμένος. Στα Δικαστήρια άλλων περιφερειών μπορεί να κάνει έκτακτες παραστάσεις, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις των άρθρ. 54 και 55 του ΚΔ. Ποινικές όμως υποθέσεις μπορεί να υποστηρίζει στα ποινικά Δικαστήρια και άλλων περιφερειών, με την προϋπόθεση ότι τούτο δεν γίνεται συστηματικά και δεν παίρνει την μορφή επαγγελματικής εγκατα- στάσεως στην περιφέρεια άλλου Δικαστηρίου ή της καταστρατηγήσεως των διατάξεων του Κώδικα Δι- κηγόρων για τις μεταθέσεις των Δικηγόρων (άρθρ. 56 ΚΔ). Σε κάθε όμως περίπτωση παραστάσεώς του ή ενέργειάς του σε περιφέρεια άλλων Δικηγορικών Συλλόγων, οφείλει να τηρεί τις αποφάσεις και των τοπικών Δικηγορικών Συλλόγων και γενικά να επι- δεικνύει συναδελφική συμπεριφορά.
  4. O Δικηγόρος για τις νομικές συμβουλές και για τις δικαστικές και εξώδικες υπηρεσίες του αμείβεται, είτε με βάση τη συμφωνία που έχει με τον εντολέα του είτε με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγό- ρων και τις σχετικές αποφάσεις των Δικηγορικών Συλλόγων. Δεν επιτρέπεται όμως να παίρνει αμοιβή μικρότερη από τα κατώτατα όρια που προβλέπει ο Κώδικας Δικηγόρων ή ορίζονται με αποφάσεις των Δικηγορικών Συλλόγων. Παραίτηση του Δικηγόρου από την αμοιβή του ή περιορισμός της κάτω από τα όρια αυτά είναι άκυρη. Επιτρέπεται η δωρεάν ή με μικρότερη από τα κατώτατα όρια αμοιβή παροχή υπηρεσιών σε άλλο Δικηγόρο, ή σε συγγενή μέχρι και τρίτου βαθμού ή σε άπορους διάδικους (άρθρ. 175 ΚΔ).

ΆρΘρο 4

Τα δικαιώματα του Δικηγόρου ορίζονται στα άρθρα 38
έως 61 του Κώδικα Δικηγόρων και σε άλλους ειδικούς
νόμους και είναι ενδεικτικά τ’ ακόλουθα:
1. Αντιπροσωπεύει σε όλα τα Δικαστήρια και σε όλες
τις Αρχές τον εντολέα του, υπερασπίζεται τη ζωή,
την τιμή, την ελευθερία και την περιουσία του και
παρέχει σ’ αυτόν νομικές συμβουλές για τη ρύθμιση
των έννομων σχέσεών του (άρθρο 39 παρ. 1 ΚΔ).
2. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του έχει από
το νόμο πλήρη ελευθερία και τα Δικαστήρια και οι
διάφορες Αρχές του οφείλουν σεβασμό (άρθρ. 45
παρ. 1).
3. Γνωμοδοτεί για νομικά ζητήματα, για τα οποία ζητεί-
ται η γνώμη του (άρθρο 51 ΚΔ).
4. Συντάσσει τα σχέδια των συμβολαίων που προβλέ-
πει το άρθρο 42 του ΚΔ.
5. Έχει ελεύθερη είσοδο στα Υπουργεία και σ’ όλα
τα Δημόσια καταστήματα, επιδεικνύοντας το δελτίο
της δικηγορικής του ταυτότητας, όλες τις εργάσιμες
ημέρες και σε ώρες που δεν επιτρέπεται η είσοδος
στο κοινό, για την έρευνα ή παρακολούθηση των
υποθέσεων των εντολέων του (άρθρο 45 παρ. 2 του
ΚΔ).
6. Εκδίδει ύστερα από έλεγχο, επικυρωμένα απ’ αυτόν
αντίγραφα από κάθε είδους έγγραφα, που υποχρε-
ωτικά γίνονται δεκτά από τα Δικαστήρια και τις Αρ-
χές (άρθρο 52 ΚΔ).
7. Μεταφράζει έγγραφα που έχουν συνταχτεί σε ξένες
γλώσσες. Οι μεταφράσεις αυτές γίνονται υποχρεω-
τικά δεκτές από τα Δικαστήρια και όλες τις Αρχές,
πρέπει όμως να συνοδεύονται και από το πρωτότυπο
(άρθρο 53 ΚΔ)
8. O Δικηγόρος έχει δικαίωμα ν’ ασκεί το λειτούργημά
του στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου όπου είναι
διορισμένος. Στα Δικαστήρια άλλων περιφερειών
μπορεί να κάνει έκτακτες παραστάσεις, σύμφωνα
με τις προϋποθέσεις των άρθρ. 54 και 55 του ΚΔ.
Ποινικές όμως υποθέσεις μπορεί να υποστηρίζει
στα ποινικά Δικαστήρια και άλλων περιφερειών, με
την προϋπόθεση ότι τούτο δεν γίνεται συστηματικά
και δεν παίρνει την μορφή επαγγελματικής εγκατα-
στάσεως στην περιφέρεια άλλου Δικαστηρίου ή της
καταστρατηγήσεως των διατάξεων του Κώδικα Δι-
κηγόρων για τις μεταθέσεις των Δικηγόρων (άρθρ.
56 ΚΔ). Σε κάθε όμως περίπτωση παραστάσεώς του
ή ενέργειάς του σε περιφέρεια άλλων Δικηγορικών
Συλλόγων, οφείλει να τηρεί τις αποφάσεις και των
τοπικών Δικηγορικών Συλλόγων και γενικά να επι-
δεικνύει συναδελφική συμπεριφορά.
9. O Δικηγόρος για τις νομικές συμβουλές και για τις
δικαστικές και εξώδικες υπηρεσίες του αμείβεται,
είτε με βάση τη συμφωνία που έχει με τον εντολέα
του είτε με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγό-
ρων και τις σχετικές αποφάσεις των Δικηγορικών
Συλλόγων. Δεν επιτρέπεται όμως να παίρνει αμοιβή
μικρότερη από τα κατώτατα όρια που προβλέπει ο
Κώδικας Δικηγόρων ή ορίζονται με αποφάσεις των
Δικηγορικών Συλλόγων. Παραίτηση του Δικηγόρου
από την αμοιβή του ή περιορισμός της κάτω από τα
όρια αυτά είναι άκυρη. Επιτρέπεται η δωρεάν ή με
μικρότερη από τα κατώτατα όρια αμοιβή παροχή
υπηρεσιών σε άλλο Δικηγόρο, ή σε συγγενή μέχρι
και τρίτου βαθμού ή σε άπορους διάδικους (άρθρ.
175 ΚΔ).

Γ’ ΓΕΝΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ

ΆρΘρο 5                                                    

Ο Δικηγόρος έχει την υποχρέωση ν’ ασκεί το Λειτούρ- γημά του με οδηγό τη συνείδησή του και το νόμο, να συμπεριφέρεται με αξιοπρέπεια και σύμφωνα με τις παραδόσεις του Δικηγορικού Σώματος, τόσο κατά την άσκηση του Λειτουργήματος του, όσο και στην ιδιωτι- κή του ζωή.

ΆρΘρο 6                                                    

O Δικηγόρος έχει υποχρέωση ν’ αναλάβει κάθε υπό- θεση που του αναθέτουν, αν υπάρχει τρόπος υπερα- σπίσεώς της. Έχει όμως το δικαίωμα ν’ αρνηθεί την υπεράσπιση υποθέσεως:

 

α) Αν κατά τη γνώμη του είναι παράνομη ή ολοφάνερα άδικη.

β) Αν με τα στοιχεία που του παρέχει ο πελάτης είναι βέβαιο ότι η δίκη θα χαθεί,

γ) Αν στρέφεται κατά συγγενικού ή πολύ φιλικού του προσώπου.

δ) Αν σε παρόμοια υπόθεση, που χειρίστηκε πριν απ’ αυτήν, είχε υποστηρίξει αντίθετες απόψεις, οι οποίες έγιναν δεκτές με αμετάκλητες αποφάσεις Δικαστηρίων ή Διοικητικών Αρχών.

ε) Αν για την υπεράσπιση της υποθέσεως πρόκειται να έλθει σ’ αντίθεση με δημοσιευμένες γνώμες, θεωρίες, ερμηνείες ή απόψεις του για το ίδιο νο- μικό ζήτημα.

στ) Αν δεν έχει αρκετό χρόνο για την καλή προετοιμα- σία και υπεράσπιση της υποθέσεως.

ΆρΘρο 7                                                    

O Δικηγόρος πρέπει κατά την άσκηση του Λειτουργή- ματός του:

α) Να συμβάλλει στην επικράτηση της αλήθειας και του Δικαίου.

β) Να καταβάλλει προσπάθεια για συμβιβαστική επί- λυση των διαφορών,

γ) Να υπερασπίζεται τις υποθέσεις που αναλαμβάνει με ευθύτητα, ευσυνειδησία και επιμέλεια.

δ) Να μην παραμελεί την εκτέλεση της εντολής και την κανονική και έγκαιρη διεξαγωγή της υποθέσε- ως που του έχει ανατεθεί και να μην παρελκύει τις δίκες,

ε) Να τηρεί ευπρέπεια και μετριότητα εκφράσεων, τόσο στις προφορικές, όσο και στις γραπτές δικα- στικές ή εξώδικες ενέργειες, όχι μόνον προς τον αντίδικο συνάδελφο, αλλά και προς τους αντίδι- κους διάδικους, τους μάρτυρες και όλους τους παράγοντες της δίκης, της διαιτησίας, του συμβι- βασμού και κάθε άλλης διαδικασίας.

στ) Να μην υποβάλλει αβάσιμες και ασύστατες ενστά- σεις, ούτε να επικαλείται πράγματα που αντιβαί- νουν στη συνείδησή του.

ζ) Να μην υποβάλλει αιφνιδιαστικά ενστάσεις και άλλους ισχυρισμούς, ούτε να τους παρεμβάλλει σε παραπομπές ή προσθήκες, αλλά να προβάλλει κανονικά και έγκαιρα τους ισχυρισμούς του, για να παρέχεται ο χρόνος στον αντίδικο να τους μελετή- σει και να τους αντικρούσει.

η) Να μην προβάλλει κακόβουλα ή αιφνιδιαστικά ένσταση ελλείψεως πληρεξουσιότητας κατά συνα- δέλφου του. Σε περίπτωση υποβολής ενστάσεως πληρεξουσιότητας, οφείλει να ειδοποιεί έγκαιρα τον συνάδελφο του.

θ) Ν’ αποφεύγει κάθε στρεψοδικία και κακόπιστες ενέργειες και να περιφρουρεί πάντοτε το κύρος του Δικηγορικού Λειτουργήματος.

ΆρΘρο 8                                                    

Είναι ασυμβίβαστα με το Δικηγορικό Λειτούργημα τα έργα του δημόσιου ή ιδιωτικού υπάλληλου ή υπάλλη- λου Ν.Π.Δ.Δ. (εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέ- πονται στα άρθρα 62 και 63 του Κ.Δ.). Επίσης η άσκηση άλλης επιστήμης ή τέχνης ή εμπορίου, μεσιτείας και γενικά υπηρεσίας που δεν έχει σχέση με την άσκηση του Λειτουργήματος και δεν συμβιβάζεται με την ανε- ξαρτησία και την αξιοπρέπεια του.

 

ΆρΘρο 9                                                     

(Το εντός εισαγωγικών εδάφιο του παρόντος προστέ- θηκε, κατά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλί- ου του Δ.Σ.Α., την Η/5/2009).

Απαγορεύεται η διαφήμιση του Δικηγόρου στις εφη- μερίδες ή σε άλλα μέσα μαζικής ενημερώσεως, ή με επιστολές και κάθε είδους έντυπα. Στα επισκεπτήρια, τα επιστολογράφο επιτρέπεται μόνον η αναγραφή του ονόματος του, της διευθύνσεώς του και του δικαστη- ρίου όπου ασκεί το λειτούργημά του, καθώς και του επιστημονικού του τίτλου (αν έχει).

«O δικηγόρος δικαιούται να παρέχει τις ανωτέρω πλη- ροφορίες στο κοινό, με δημιουργία ιστοσελίδας στο διαδίκτυο και καταχώρηση σε καταλόγους δικηγόρων και σε νομικά έντυπα, με την προϋπόθεση ότι η πλη- ροφόρηση είναι ακριβής και όχι παραπλανητική και σέβεται τις θεμελιώδεις αρχές του επαγγέλματος». Ανάρτηση πινακίδας με το όνομά του και την ιδιότητά του, επιτρέπεται μόνο στην είσοδο του κτιρίου και στη θύρα του Γραφείου του.

ΆρΘρο 10                                                   

Απαγορεύεται στο Δικηγόρο:

α) Να προσπαθεί να αποκτήσει πελάτες, μ’ ενέργει- ες που δεν συμβιβάζονται με την αξιοπρέπεια του Λειτουργήματος.

β) Να επισκέπτεται σε αστυνομικά κρατητήρια και στις φυλακές πρόσωπα που δεν τον προσκάλεσαν,

γ) Να δημοσιεύει στις εφημερίδες ή στα περιοδικά κ.λπ. αγγελίες ή να γνωστοποιεί σε διάφορα πρό- σωπα με επιστολές, ότι αναλαμβάνει Δικαστικές ή άλλες υποθέσεις,

δ) Να υπογράφει δικόγραφα, γνωμοδοτήσεις ή άλλα έγγραφα, που δεν έχουν συνταχτεί απ’ αυτόν, ούτε συνεργάστηκε για τη σύνταξή τους με άλλο Δικη- γόρο.

ε) Να κάνει παραστάσεις ή άλλες ενέργειες στα Δι- καστήρια ή σε Διοικητικές Αρχές χωρίς εντολή του πελάτη του.

στ) Να δίνει συμβουλές ή να υπερασπίζεται διάδικο, αν έχει δώσει και στον αντίδικο του συμβουλή για την ίδια υπόθεση.

ζ) Να υπερασπίζεται άμεσα ή έμμεσα και τους δύο διάδικους.

ΆρΘρο 11                                                   

O Δικηγόρος έχει την υποχρέωση σε κάθε έγγραφο που υποβάλλει στα Δικαστήρια ή σε άλλες Αρχές ή κοινοποιεί σε τρίτους, να βάλει δίπλα ή κάτω από την υπογραφή του και τη σφραγίδα του, με τη διεύθυνση του γραφείου του και τον αριθμό του τηλεφώνου του.

ΆρΘρο 5

Ο Δικηγόρος έχει την υποχρέωση ν’ ασκεί το Λειτούρ-
γημά του με οδηγό τη συνείδησή του και το νόμο, να
συμπεριφέρεται με αξιοπρέπεια και σύμφωνα με τις
παραδόσεις του Δικηγορικού Σώματος, τόσο κατά την
άσκηση του Λειτουργήματος του, όσο και στην ιδιωτι-
κή του ζωή.

ΆρΘρο 6

O Δικηγόρος έχει υποχρέωση ν’ αναλάβει κάθε υπό-
θεση που του αναθέτουν, αν υπάρχει τρόπος υπερα-
σπίσεώς της. Έχει όμως το δικαίωμα ν’ αρνηθεί την
υπεράσπιση υποθέσεως:
α) Αν κατά τη γνώμη του είναι παράνομη ή ολοφάνερα
άδικη.
β) Αν με τα στοιχεία που του παρέχει ο πελάτης είναι
βέβαιο ότι η δίκη θα χαθεί,
γ) Αν στρέφεται κατά συγγενικού ή πολύ φιλικού του
προσώπου.
δ) Αν σε παρόμοια υπόθεση, που χειρίστηκε πριν
απ’ αυτήν, είχε υποστηρίξει αντίθετες απόψεις, οι
οποίες έγιναν δεκτές με αμετάκλητες αποφάσεις
Δικαστηρίων ή Διοικητικών Αρχών.
ε) Αν για την υπεράσπιση της υποθέσεως πρόκειται
να έλθει σ’ αντίθεση με δημοσιευμένες γνώμες,
θεωρίες, ερμηνείες ή απόψεις του για το ίδιο νο-
μικό ζήτημα.
στ) Αν δεν έχει αρκετό χρόνο για την καλή προετοιμα-
σία και υπεράσπιση της υποθέσεως.

ΆρΘρο 7

O Δικηγόρος πρέπει κατά την άσκηση του Λειτουργή-
ματός του:
α) Να συμβάλλει στην επικράτηση της αλήθειας και
του Δικαίου.
β) Να καταβάλλει προσπάθεια για συμβιβαστική επί-
λυση των διαφορών,
γ) Να υπερασπίζεται τις υποθέσεις που αναλαμβάνει
με ευθύτητα, ευσυνειδησία και επιμέλεια.
δ) Να μην παραμελεί την εκτέλεση της εντολής και
την κανονική και έγκαιρη διεξαγωγή της υποθέσε-
ως που του έχει ανατεθεί και να μην παρελκύει τις
δίκες,
ε) Να τηρεί ευπρέπεια και μετριότητα εκφράσεων,
τόσο στις προφορικές, όσο και στις γραπτές δικα-
στικές ή εξώδικες ενέργειες, όχι μόνον προς τον
αντίδικο συνάδελφο, αλλά και προς τους αντίδι-
κους διάδικους, τους μάρτυρες και όλους τους
παράγοντες της δίκης, της διαιτησίας, του συμβι-
βασμού και κάθε άλλης διαδικασίας.
στ) Να μην υποβάλλει αβάσιμες και ασύστατες ενστά-
σεις, ούτε να επικαλείται πράγματα που αντιβαί-
νουν στη συνείδησή του.
ζ) Να μην υποβάλλει αιφνιδιαστικά ενστάσεις και
άλλους ισχυρισμούς, ούτε να τους παρεμβάλλει
σε παραπομπές ή προσθήκες, αλλά να προβάλλει
κανονικά και έγκαιρα τους ισχυρισμούς του, για να
παρέχεται ο χρόνος στον αντίδικο να τους μελετή-
σει και να τους αντικρούσει.
η) Να μην προβάλλει κακόβουλα ή αιφνιδιαστικά
ένσταση ελλείψεως πληρεξουσιότητας κατά συνα-
δέλφου του. Σε περίπτωση υποβολής ενστάσεως
πληρεξουσιότητας, οφείλει να ειδοποιεί έγκαιρα
τον συνάδελφο του.
θ) Ν’ αποφεύγει κάθε στρεψοδικία και κακόπιστες
ενέργειες και να περιφρουρεί πάντοτε το κύρος
του Δικηγορικού Λειτουργήματος.

ΆρΘρο 8

Είναι ασυμβίβαστα με το Δικηγορικό Λειτούργημα τα
έργα του δημόσιου ή ιδιωτικού υπάλληλου ή υπάλλη-
λου Ν.Π.Δ.Δ. (εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέ-
πονται στα άρθρα 62 και 63 του Κ.Δ.). Επίσης η άσκηση
άλλης επιστήμης ή τέχνης ή εμπορίου, μεσιτείας και
γενικά υπηρεσίας που δεν έχει σχέση με την άσκηση
του Λειτουργήματος και δεν συμβιβάζεται με την ανε-
ξαρτησία και την αξιοπρέπεια του.

ΆρΘρο 9

(Το εντός εισαγωγικών εδάφιο του παρόντος προστέ-
θηκε, κατά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλί-
ου του Δ.Σ.Α., την Η/5/2009).
Απαγορεύεται η διαφήμιση του Δικηγόρου στις εφη-
μερίδες ή σε άλλα μέσα μαζικής ενημερώσεως, ή με
επιστολές και κάθε είδους έντυπα. Στα επισκεπτήρια,
τα επιστολογράφο επιτρέπεται μόνον η αναγραφή του
ονόματος του, της διευθύνσεώς του και του δικαστη-
ρίου όπου ασκεί το λειτούργημά του, καθώς και του
επιστημονικού του τίτλου (αν έχει).
«O δικηγόρος δικαιούται να παρέχει τις ανωτέρω πλη-
ροφορίες στο κοινό, με δημιουργία ιστοσελίδας στο
διαδίκτυο και καταχώρηση σε καταλόγους δικηγόρων
και σε νομικά έντυπα, με την προϋπόθεση ότι η πλη-
ροφόρηση είναι ακριβής και όχι παραπλανητική και
σέβεται τις θεμελιώδεις αρχές του επαγγέλματος».
Ανάρτηση πινακίδας με το όνομά του και την ιδιότητά
του, επιτρέπεται μόνο στην είσοδο του κτιρίου και στη
θύρα του Γραφείου του.

ΆρΘρο 10

Απαγορεύεται στο Δικηγόρο:
α) Να προσπαθεί να αποκτήσει πελάτες, μ’ ενέργει-
ες που δεν συμβιβάζονται με την αξιοπρέπεια του
Λειτουργήματος.
β) Να επισκέπτεται σε αστυνομικά κρατητήρια και
στις φυλακές πρόσωπα που δεν τον προσκάλεσαν,
γ) Να δημοσιεύει στις εφημερίδες ή στα περιοδικά
κ.λπ. αγγελίες ή να γνωστοποιεί σε διάφορα πρό-
σωπα με επιστολές, ότι αναλαμβάνει Δικαστικές ή
άλλες υποθέσεις,
δ) Να υπογράφει δικόγραφα, γνωμοδοτήσεις ή άλλα
έγγραφα, που δεν έχουν συνταχτεί απ’ αυτόν, ούτε
συνεργάστηκε για τη σύνταξή τους με άλλο Δικη-
γόρο.
ε) Να κάνει παραστάσεις ή άλλες ενέργειες στα Δι-
καστήρια ή σε Διοικητικές Αρχές χωρίς εντολή του
πελάτη του.
στ) Να δίνει συμβουλές ή να υπερασπίζεται διάδικο,
αν έχει δώσει και στον αντίδικο του συμβουλή για
την ίδια υπόθεση.
ζ) Να υπερασπίζεται άμεσα ή έμμεσα και τους δύο
διάδικους.

ΆρΘρο 11

O Δικηγόρος έχει την υποχρέωση σε κάθε έγγραφο
που υποβάλλει στα Δικαστήρια ή σε άλλες Αρχές ή
κοινοποιεί σε τρίτους, να βάλει δίπλα ή κάτω από την
υπογραφή του και τη σφραγίδα του, με τη διεύθυνση
του γραφείου του και τον αριθμό του τηλεφώνου του.

Δ’ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΟ

ΆρΘρο 12                                                   

Ο Δικηγόρος έχει υποχρέωση στην αρχή κάθε χρόνου να υποβάλλει στο Δικηγορικό Σύλλογο τη δήλωση που προβλέπεται από το άρθρο 28 του Κώδικα Δικηγόρων και κάθε άλλη δήλωση ή στοιχείο που αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο, καθώς και να εφοδιάζεται με νέα ταυτότητα.

 

ΆρΘρο 13                                                   

O Δικηγόρος έχει υποχρέωση να διατηρεί γραφείο στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου που έχει έδρα ο Σύλλογος στον οποίο ανήκει, είτε μόνος είτε μαζί με άλλους συνάδελφους. Σε περίπτωση αλλαγής κατοι- κίας ή γραφείου ή αριθμού τηλεφώνου, οφείλει να δηλώνει με έγγραφο του στο Σύλλογο αμέσως την με- ταβολή αυτή.

ΆρΘρο 14                                                   

O Δικηγόρος έχει την υποχρέωση να συμμορφώνεται με τις αποφάσεις που παίρνουν το Διοικητικό Συμβού- λιο και οι Γενικές Συνελεύσεις, να συμπεριφέρεται με κοσμιότητα στις Συνελεύσεις και στις συγκεντρώσεις, στα Δικαστήρια και σε κάθε χώρο που ασκεί το λει- τούργημά του.

ΆρΘρο 15                                                   

O Δικηγόρος έχει την υποχρέωση, όταν καλείται από το Διοικητικά Συμβούλιο, να μετέχει και να προσφέρει τις υπηρεσίες του στις Επιτροπές που μελετούν θέμα- τα σχετικά με τα Ατομικά Δικαιώματα και τις Ελευθε- ρίες των πολιτών, τη Νομοθεσία, τη Νομολογία και τα επαγγελματικά προβλήματα και να παρέχει με κάθε τρόπο τη συνδρομή του.

ΆρΘρο 16                                                   

O Δικηγόρος έχει την υποχρέωση ν’ ανταποκρίνεται σε κάθε πρόσκληση του Διοικητικού Συμβουλίου, να προσέρχεται μέσα στις οριζόμενες προθεσμίες και όταν δεν ορίζεται προθεσμία μέσα σ’ εύλογο χρόνο και να παρέχει εξηγήσεις ή στοιχεία που του ζητού- νται, όπως επίσης να δίνει μαρτυρίες ή να προσφέρει υπηρεσίες προς το Σύλλογο.

ΆρΘρο 17                                                   

O Δικηγόρος πρέπει να ενδιαφέρεται για τη βελτίωση των συνθηκών ασκήσεως του Δικηγορικού Λειτουρ- γήματος και της θέσεως των συνταξιούχων συναδέλ- φων. Να μετέχει στις Γενικές Συνελεύσεις, στις συ- γκεντρώσεις και τις κινητοποιήσεις για την επίτευξη των σκοπών αυτών.

ΆρΘρο 18                                                   

O Δικηγόρος που διορίζεται από το αρμόδιο Δικαστή- ριο προσωρινός ή οριστικός σύνδικος πτωχεύσεως, πραγματογνώμονας, κηδεμόνας σχολάζουσας κλη- ρονομιάς ή εκκαθαριστής εταιρίας ή Συνεταιρισμού, οφείλει να γνωστοποιεί στο Σύλλογο το διορισμό του, καθώς και την περάτωση των καθηκόντων του αυτών ΆρΘρο 19 

O Δικηγόρος που καταρτίζει με τον εντολέα του συμ- φωνητικό αμοιβής για εργατικές υποθέσεις καθώς και για όσες υπάγονται στον ίδιο λογαριασμό της παρ. 7 του άρθρου 25 του Ν. 723/77, πρέπει να καταθέτει αντίγραφο του συμφωνητικού αυτού στο Δικηγορικό Σύλλογο, μέσα στην προθεσμία που ορίζουν οι σχετι- κές διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

ΆρΘρο 12

Ο Δικηγόρος έχει υποχρέωση στην αρχή κάθε χρόνου
να υποβάλλει στο Δικηγορικό Σύλλογο τη δήλωση που
προβλέπεται από το άρθρο 28 του Κώδικα Δικηγόρων
και κάθε άλλη δήλωση ή στοιχείο που αποφασίζει το
Διοικητικό Συμβούλιο, καθώς και να εφοδιάζεται με
νέα ταυτότητα.

ΆρΘρο 13

O Δικηγόρος έχει υποχρέωση να διατηρεί γραφείο
στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου που έχει έδρα ο
Σύλλογος στον οποίο ανήκει, είτε μόνος είτε μαζί με
άλλους συνάδελφους. Σε περίπτωση αλλαγής κατοι-
κίας ή γραφείου ή αριθμού τηλεφώνου, οφείλει να
δηλώνει με έγγραφο του στο Σύλλογο αμέσως την με-
ταβολή αυτή.

ΆρΘρο 14

O Δικηγόρος έχει την υποχρέωση να συμμορφώνεται
με τις αποφάσεις που παίρνουν το Διοικητικό Συμβού-
λιο και οι Γενικές Συνελεύσεις, να συμπεριφέρεται με
κοσμιότητα στις Συνελεύσεις και στις συγκεντρώσεις,
στα Δικαστήρια και σε κάθε χώρο που ασκεί το λει-
τούργημά του.

ΆρΘρο 15

O Δικηγόρος έχει την υποχρέωση, όταν καλείται από
το Διοικητικά Συμβούλιο, να μετέχει και να προσφέρει
τις υπηρεσίες του στις Επιτροπές που μελετούν θέμα-
τα σχετικά με τα Ατομικά Δικαιώματα και τις Ελευθε-
ρίες των πολιτών, τη Νομοθεσία, τη Νομολογία και τα
επαγγελματικά προβλήματα και να παρέχει με κάθε
τρόπο τη συνδρομή του.

ΆρΘρο 16

O Δικηγόρος έχει την υποχρέωση ν’ ανταποκρίνεται
σε κάθε πρόσκληση του Διοικητικού Συμβουλίου, να
προσέρχεται μέσα στις οριζόμενες προθεσμίες και
όταν δεν ορίζεται προθεσμία μέσα σ’ εύλογο χρόνο
και να παρέχει εξηγήσεις ή στοιχεία που του ζητού-
νται, όπως επίσης να δίνει μαρτυρίες ή να προσφέρει
υπηρεσίες προς το Σύλλογο.

ΆρΘρο 17

O Δικηγόρος πρέπει να ενδιαφέρεται για τη βελτίωση
των συνθηκών ασκήσεως του Δικηγορικού Λειτουρ-
γήματος και της θέσεως των συνταξιούχων συναδέλ-
φων. Να μετέχει στις Γενικές Συνελεύσεις, στις συ-
γκεντρώσεις και τις κινητοποιήσεις για την επίτευξη
των σκοπών αυτών.

ΆρΘρο 18

O Δικηγόρος που διορίζεται από το αρμόδιο Δικαστή-
ριο προσωρινός ή οριστικός σύνδικος πτωχεύσεως,
πραγματογνώμονας, κηδεμόνας σχολάζουσας κλη-
ρονομιάς ή εκκαθαριστής εταιρίας ή Συνεταιρισμού,
οφείλει να γνωστοποιεί στο Σύλλογο το διορισμό του,
καθώς και την περάτωση των καθηκόντων του αυτών

ΆρΘρο 19

O Δικηγόρος που καταρτίζει με τον εντολέα του συμ-
φωνητικό αμοιβής για εργατικές υποθέσεις καθώς
και για όσες υπάγονται στον ίδιο λογαριασμό της παρ.
7 του άρθρου 25 του Ν. 723/77, πρέπει να καταθέτει
αντίγραφο του συμφωνητικού αυτού στο Δικηγορικό
Σύλλογο, μέσα στην προθεσμία που ορίζουν οι σχετι-
κές διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Ε’ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΥΣ

ΆρΘρο 20                                                   

O Δικηγόρος οφείλει να συμπεριφέρεται μ’ ευγένεια,

συναδελφικότητα και αλληλεγγύη προς τους συναδέλ- φους του.

ΆρΘρο 21                                                   

O Δικηγόρος πριν ν’ αναλάβει υπόθεση για την οποία ο εντολέας ή οι εντολείς του είχαν πρωτύτερα απασχο- λήσει άλλο Δικηγόρο πρέπει:

α) Να καταβάλει προσπάθεια να πείσει τους εντολείς να μην ανακαλέσουν την εντολή από τον προηγού- μενο Δικηγόρο, αν διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει λό- γος για ανάκληση της εντολής.

β) Αν δεν το πετύχει, να βεβαιωθεί πριν αναλάβει την υπόθεση, ότι ο προηγούμενος συνάδελφος του έχει λάβει την αμοιβή και τα έξοδά του από τον εντολέα του ή τους εντολείς του.

γ) Σε περίπτωση που ο προηγούμενος Δικηγόρος δεν έχει πληρωθεί, ν’ αρνηθεί την ανάληψη της υποθέ- σεως, χωρίς την έγγραφη συγκατάθεσή του.

ΆρΘρο 22                                                   

O Δικηγόρος πρέπει ν’ αποφεύγει να δικάζει ερήμην αντίδικο συνάδελφο του, εκτός αν έχει βεβαιωθεί ότι σκόπιμα εκείνος δεν προσέρχεται στη Δίκη.

ΆρΘρο 23                                                   

Αν ο αντίδικος συνάδελφος είναι άρρωστος κατά την ημέρα της συζητήσεως της υποθέσεως ή από λόγους ανώτερης βίας δεν μπορεί να προσέλθει στο Δικαστή- ριο, ο Δικηγόρος πρέπει μ’ αναβάλει τη συζήτηση της υποθέσεως ή να συγκατατεθεί στην αναβολή της. Αν ο αντίδικος συνάδελφος ζητεί αναβολή της συζητή- σεως για εύλογη αιτία, ο Δικηγόρος έχει υποχρέωση να συναινέσει στην αναβολή: α) αν δεν πρόκειται να ζημιωθεί ο εντολέας του από την αναβολή αυτή, β) αν ο αντίδικος του δεν είχε επιδιώξει συστηματικά άλλη προηγούμενη αναβολή. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να προκαταβληθεί από εκείνον που ζητεί την αναβολή η σχετική δαπάνη στο Γραμματέα του Δικαστηρίου.

ΆρΘρο 24                                                   

Δικηγόρος που έχει κληθεί ή πρόκειται οπωσδήποτε να παραστεί σε αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη, πρέπει να ειδοποιήσει έγκαιρα και τον αντίδικο συνάδελφο του. ΆρΘρο 25                  

Με τον όρο της αμοιβαιότητος ο Δικηγόρος έχει υπο- χρέωση ν’ ανακοινώσει έγκαιρα στον αντίδικο συνά- δελφο του τις προτάσεις του, καθώς και όλα τα έγγρα- φα που πρόκειται να χρησιμοποιήσει κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο Δικαστήριο.

Δικηγόρος που κατά την έκδοση της αποφάσεως πήρε

«τα σχετικά του» έγγραφα από το Δικαστήριο, πριν ο αντίδικος συνάδελφος του να λάβει αντίγραφα τους από τον αρμόδιο Γραμματέα, έχει υποχρέωση να εκ- δώσει και να χορηγήσει αντίγραφα των εγγράφων αυ- τών προς τον συνάδελφό του, κι εκείνος να καταβάλει in σχετική δαπάνη. Όταν ο Δικηγόρος υποβάλλει οτο Δικαστήριο απόσπασμα από έγγραφο που κατέχει, έχει υποχρέωση να χορηγήσει στον αντίδικο συνάδελ- φο του αντίγραφο από ολόκληρο το έγγραφο.

Όταν ο Δικηγόρος κατά τη συζήτηση της υποθέσεως καταθέσει μαζί με τις προτάσεις του σχετικά έγγραφα, δεν έχει το δικαίωμα να τ’ αποσύρει, αν τα επικαλέστη- κε και ο αντίδικος του.

ΆρΘρο 26                                                   

Στις ποινικές υποθέσεις δεν είναι υποχρεωτική η προ-

 

ηγούμενη ανακοίνωση των εγγράφων από το συνήγο- ρο του κατηγορούμενου στο συνήγορο της πολιτικής αγωγής και αντίστροφα.

ΆρΘρο 27                                                   

Δεν επιτρέπεται στο Δικηγόρο: Να χρησιμοποιεί υβρι- στικές ή υποτιμητικές εκφράσεις για τον αντίδικο συ- νάδελφο του, ή να δείχνει υπεροψία απέναντι του.

Να εκφράζεται υποτιμητικά για συνάδελφο που χει- ρίστηκε πριν απ’ αυτόν οποιαδήποτε υπόθεση, ή για συνάδελφο με τον οποίο συνεργάζεται ή συνεργάστη- κε σε υπόθεση.

ΆρΘρο 20

O Δικηγόρος οφείλει να συμπεριφέρεται μ’ ευγένεια,
συναδελφικότητα και αλληλεγγύη προς τους συναδέλ-
φους του.

ΆρΘρο 21

O Δικηγόρος πριν ν’ αναλάβει υπόθεση για την οποία ο
εντολέας ή οι εντολείς του είχαν πρωτύτερα απασχο-
λήσει άλλο Δικηγόρο πρέπει:
α) Να καταβάλει προσπάθεια να πείσει τους εντολείς
να μην ανακαλέσουν την εντολή από τον προηγού-
μενο Δικηγόρο, αν διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει λό-
γος για ανάκληση της εντολής.
β) Αν δεν το πετύχει, να βεβαιωθεί πριν αναλάβει την
υπόθεση, ότι ο προηγούμενος συνάδελφος του έχει
λάβει την αμοιβή και τα έξοδά του από τον εντολέα
του ή τους εντολείς του.
γ) Σε περίπτωση που ο προηγούμενος Δικηγόρος δεν
έχει πληρωθεί, ν’ αρνηθεί την ανάληψη της υποθέ-
σεως, χωρίς την έγγραφη συγκατάθεσή του.

ΆρΘρο 22

O Δικηγόρος πρέπει ν’ αποφεύγει να δικάζει ερήμην
αντίδικο συνάδελφο του, εκτός αν έχει βεβαιωθεί ότι
σκόπιμα εκείνος δεν προσέρχεται στη Δίκη.
ΆρΘρο 23
Αν ο αντίδικος συνάδελφος είναι άρρωστος κατά την
ημέρα της συζητήσεως της υποθέσεως ή από λόγους
ανώτερης βίας δεν μπορεί να προσέλθει στο Δικαστή-
ριο, ο Δικηγόρος πρέπει μ’ αναβάλει τη συζήτηση της
υποθέσεως ή να συγκατατεθεί στην αναβολή της. Αν
ο αντίδικος συνάδελφος ζητεί αναβολή της συζητή-
σεως για εύλογη αιτία, ο Δικηγόρος έχει υποχρέωση
να συναινέσει στην αναβολή: α) αν δεν πρόκειται να
ζημιωθεί ο εντολέας του από την αναβολή αυτή, β) αν
ο αντίδικος του δεν είχε επιδιώξει συστηματικά άλλη
προηγούμενη αναβολή. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να
προκαταβληθεί από εκείνον που ζητεί την αναβολή η
σχετική δαπάνη στο Γραμματέα του Δικαστηρίου.

 

ΆρΘρο 24

Δικηγόρος που έχει κληθεί ή πρόκειται οπωσδήποτε να
παραστεί σε αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη, πρέπει να
ειδοποιήσει έγκαιρα και τον αντίδικο συνάδελφο του.

ΆρΘρο 25

Με τον όρο της αμοιβαιότητος ο Δικηγόρος έχει υπο-
χρέωση ν’ ανακοινώσει έγκαιρα στον αντίδικο συνά-
δελφο του τις προτάσεις του, καθώς και όλα τα έγγρα-
φα που πρόκειται να χρησιμοποιήσει κατά τη συζήτηση
της υποθέσεως στο Δικαστήριο.
Δικηγόρος που κατά την έκδοση της αποφάσεως πήρε
«τα σχετικά του» έγγραφα από το Δικαστήριο, πριν ο
αντίδικος συνάδελφος του να λάβει αντίγραφα τους
από τον αρμόδιο Γραμματέα, έχει υποχρέωση να εκ-
δώσει και να χορηγήσει αντίγραφα των εγγράφων αυ-
τών προς τον συνάδελφό του, κι εκείνος να καταβάλει
in σχετική δαπάνη. Όταν ο Δικηγόρος υποβάλλει οτο
Δικαστήριο απόσπασμα από έγγραφο που κατέχει,
έχει υποχρέωση να χορηγήσει στον αντίδικο συνάδελ-
φο του αντίγραφο από ολόκληρο το έγγραφο.
Όταν ο Δικηγόρος κατά τη συζήτηση της υποθέσεως
καταθέσει μαζί με τις προτάσεις του σχετικά έγγραφα,
δεν έχει το δικαίωμα να τ’ αποσύρει, αν τα επικαλέστη-
κε και ο αντίδικος του.

ΆρΘρο 26

Στις ποινικές υποθέσεις δεν είναι υποχρεωτική η προ-
ηγούμενη ανακοίνωση των εγγράφων από το συνήγο-
ρο του κατηγορούμενου στο συνήγορο της πολιτικής
αγωγής και αντίστροφα.

ΆρΘρο 27

Δεν επιτρέπεται στο Δικηγόρο: Να χρησιμοποιεί υβρι-
στικές ή υποτιμητικές εκφράσεις για τον αντίδικο συ-
νάδελφο του, ή να δείχνει υπεροψία απέναντι του.
Να εκφράζεται υποτιμητικά για συνάδελφο που χει-
ρίστηκε πριν απ’ αυτόν οποιαδήποτε υπόθεση, ή για
συνάδελφο με τον οποίο συνεργάζεται ή συνεργάστη-
κε σε υπόθεση.

ΣΤ’ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

ΆρΘρο 28                                                   

Οι Δικηγόροι έχουν υποχρέωση να σέβονται τους Λει- τουργούς της Δικαιοσύνης. Την ίδια υποχρέωση έχουν προς τους Δικηγόρους και οι Λειτουργοί της Δικαιοσύ- νης και οι Δικαστικοί Υπάλληλοι. Κάθε παράβαση της αρχής αυτής από οποιοδήποτε μέρος, ελέγχεται και από τον Δικηγορικό Σύλλογο. Και αν μεν η παράβαση έγινε από Δικηγόρο, επιβάλλει σ’ αυτόν πειθαρχικές κυρώσεις, αν όμως έγινε από Δικαστή, Εισαγγελέα ή Δικαστικό υπάλληλο, ζητεί από τους προϊστάμενους τους την επιβολή κυρώσεων. Σε περίπτωση που οι προϊστάμενοι αρνούνται ή παραλείπουν την επιβολή κυρώσεων, ο Δικηγορικός Σύλλογος ασκεί δημόσια κριτική για το παράπτωμα και για την μη επιβολή κυ- ρώσεων.

ΆρΘρο 29                                                   

Οι Δικηγόροι σε όλα τα είδη των Δικών ασκούν το Λει- τούργημα τους με απόλυτη ελευθερία γνώμης, μέσα στα πλαίσια των σχετικών δικονομικών κανόνων. Ζη- τούν το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου και αν εκείνος αρνηθεί αδικαιολόγητα, από το Δικαστήριο. Δεν έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν ερωτήσεις και αιτήσεις ή ν’ αγορεύουν αν δεν τους δοθεί ο λόγος, ούτε να διακόπτουν τον Πρόεδρο ή τους Δικαστές και τον Εισαγγελέα ή τον αντίδικο τους. Σε περίπτωση που η άσκηση των δικαιωμάτων του Συνηγόρου στην ποι- νική δίκη και του πληρεξούσιου Δικηγόρου στην πο- λιτική περιορίζεται κατά οποιοδήποτε τρόπο, οφείλει να προασπίσει το κύρος του Λειτουργήματος, να διεκ- δικήσει τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος και ν’ αναφέρει την περίπτωση στον Δικηγορικό Σύλλογο. ΆρΘρο 30                                                 

Τόσο κατά την προφορική διαδικασία, όσο και στις έγγραφες προτάσεις τους, τα υπομνήματα και άλλα έγγραφα, οι Δικηγόροι πρέπει ν’ απευθύνονται στο Δι- καστήριο και στις Αρχές μ’ ευπρέπεια.

Έχουν όμως το δικαίωμα και την υποχρέωση να υπε- ρασπίζονται με σθένος και συνέπεια τις απόψεις τους, ν’ αντικρούουν τις αντίθετες απόψεις του Εισαγγελέα, των Δικαστών ή των εκπροσώπων της Αρχής και ν’ αγωνίζονται για την απόδειξη της αθωότητας του εντο- λέα τους ή την ορθότητα των απόψεων του διάδικου που υποστηρίζουν και γενικά ν’ αγωνίζονται με όλα τα νόμιμα μέσα για την απόδειξη της αλήθειας και την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.

 

ΆρΘρο 31                                                   

Οι Δικηγόροι συμπεριφέρονται προς τους Δικαστές, Εισαγγελείς, Δικαστικούς Υπάλληλους και εκπρόσω- πους Δημόσιων Αρχών με αξιοπρέπεια.

Απαγορεύονται η αναξιοπρεπή συμπεριφορά και οι εκφράσεις κολακείας για την απόσπαση συμπάθειας ή ευνοϊκής αποφάσεως ή ενέργειας.

ΆρΘρο 32                                                   

α. Δεν επιτρέπεται στους Δικηγόρους να εξετάζονται μάρτυρες στα Δικαστήρια για υποθέσεις και για περιστατικά που περιήλθαν σε γνώση τους από την άσκηση του Λειτουργήματος είτε στα Δικαστήρια είτε σε εξώδικες εργασίες, διαπραγματεύσεις, ή προσπάθειες για συμβιβαστική επίλυση διαφο- ρών,

β. Σ’ εξαιρετικές περιπτώσεις μπορούν να εξεταστούν μάρτυρες για υπόθεση στην οποία είχαν ανάμιξη, ή γνωρίζουν από την άσκηση του Λειτουργήματος τους, αν υπάρχουν σπουδαίοι λόγοι. Τους λόγους αυτούς εκθέτει ο ενδιαφερόμενος με αίτηση του προς το Σύλλογο (Διοικητικό Συμβούλιο). Το Δ.Σ. τους εκτιμά και χορηγεί κατά την κρίση του σχε- τική άδεια. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις η άδεια αυτή χορηγείται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου.

γ. Και αν πάρουν την άδεια από το Δ.Σ. ή τον Πρόε- δρο, απαγορεύεται να καταθέσουν περιστατικά που τους έχει εμπιστευτεί ο εντολέας τους και να παρα- βιάσουν με οποιοδήποτε τρόπο το επαγγελματικό απόρρητο,

δ. Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να εξεταστούν μάρτυρες κατά του εντολέα τους ή του πρώην εντο- λέα τους, ή των κληρονόμων τους, έστω και αν έχει ανακληθεί ή περατωθεί η εντολή τους.

ε. Δεν επιτρέπεται στο Δικηγόρο να έχει στην ίδια δίκη δύο ιδιότητες, μάρτυρα και Συνηγόρου. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για τον Δικηγόρο μη- νυτή, που είναι και «πολιτικώς ενάγων».

στ. Όταν ο Δικηγόρος κληθεί από Δικαστήριο ή Ανα- κριτική Αρχή να εξεταστεί μάρτυρας και να κατα- θέσει περιστατικά που περιήλθαν σε γνώση του κατά την άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήμα- τος, έχει το δικαίωμα ν’ αρνηθεί τη μαρτυρία αν προσκρούει στο επαγγελματικό του απόρρητο. Αν η κατάθεση δεν προσκρούει στο απόρρητο, έχει το δικαίωμα να κρίνει κατά συνείδηση αν και σε ποιο μέτρο πρέπει να εξεταστεί για τα περιστατικά αυτά, με την προϋπόθεση πάντοτε ότι η αποκάλυψη τους δεν θα βλάψει τον πελάτη του και ότι θα πάρει άδεια από το Δ.Σ. ή τον Πρόεδρο.

ζ. Στις περιπτώσεις που δεσμεύεται από το επαγγελ- ματικό απόρρητο, οφείλει να δηλώσει τούτο στο Δικαστήριο ή την Ανακριτική Αρχή, που τον εκκά- λεσε, χωρίς να έχει την υποχρέωση να στηρίξει με ειδική αιτιολογία την άρνησή του να καταθέσει.

η. Για περιστατικά που περιήλθαν σε γνώση του από άλλη αιτία και όχι από την άσκηση του Λειτουργή- ματος του, δεν δικαιούται ν’ αρνηθεί τη μαρτυρία του, ούτε χρειάζεται την άδεια από το Δ.Σ. ή τον Πρόεδρο.

ΆρΘρο 28

Οι Δικηγόροι έχουν υποχρέωση να σέβονται τους Λει-
τουργούς της Δικαιοσύνης. Την ίδια υποχρέωση έχουν
προς τους Δικηγόρους και οι Λειτουργοί της Δικαιοσύ-
νης και οι Δικαστικοί Υπάλληλοι. Κάθε παράβαση της
αρχής αυτής από οποιοδήποτε μέρος, ελέγχεται και
από τον Δικηγορικό Σύλλογο. Και αν μεν η παράβαση
έγινε από Δικηγόρο, επιβάλλει σ’ αυτόν πειθαρχικές
κυρώσεις, αν όμως έγινε από Δικαστή, Εισαγγελέα ή
Δικαστικό υπάλληλο, ζητεί από τους προϊστάμενους
τους την επιβολή κυρώσεων. Σε περίπτωση που οι
προϊστάμενοι αρνούνται ή παραλείπουν την επιβολή
κυρώσεων, ο Δικηγορικός Σύλλογος ασκεί δημόσια
κριτική για το παράπτωμα και για την μη επιβολή κυ-
ρώσεων.

ΆρΘρο 29

Οι Δικηγόροι σε όλα τα είδη των Δικών ασκούν το Λει-
τούργημα τους με απόλυτη ελευθερία γνώμης, μέσα
στα πλαίσια των σχετικών δικονομικών κανόνων. Ζη-
τούν το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου και αν
εκείνος αρνηθεί αδικαιολόγητα, από το Δικαστήριο.
Δεν έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν ερωτήσεις και
αιτήσεις ή ν’ αγορεύουν αν δεν τους δοθεί ο λόγος,
ούτε να διακόπτουν τον Πρόεδρο ή τους Δικαστές και
τον Εισαγγελέα ή τον αντίδικο τους. Σε περίπτωση που
η άσκηση των δικαιωμάτων του Συνηγόρου στην ποι-
νική δίκη και του πληρεξούσιου Δικηγόρου στην πο-
λιτική περιορίζεται κατά οποιοδήποτε τρόπο, οφείλει
να προασπίσει το κύρος του Λειτουργήματος, να διεκ-
δικήσει τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος και
ν’ αναφέρει την περίπτωση στον Δικηγορικό Σύλλογο.

ΆρΘρο 30

Τόσο κατά την προφορική διαδικασία, όσο και στις
έγγραφες προτάσεις τους, τα υπομνήματα και άλλα
έγγραφα, οι Δικηγόροι πρέπει ν’ απευθύνονται στο Δι-
καστήριο και στις Αρχές μ’ ευπρέπεια.
Έχουν όμως το δικαίωμα και την υποχρέωση να υπε-
ρασπίζονται με σθένος και συνέπεια τις απόψεις τους,
ν’ αντικρούουν τις αντίθετες απόψεις του Εισαγγελέα,
των Δικαστών ή των εκπροσώπων της Αρχής και ν’
αγωνίζονται για την απόδειξη της αθωότητας του εντο-
λέα τους ή την ορθότητα των απόψεων του διάδικου
που υποστηρίζουν και γενικά ν’ αγωνίζονται με όλα
τα νόμιμα μέσα για την απόδειξη της αλήθειας και την
ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.
ΆρΘρο 31
Οι Δικηγόροι συμπεριφέρονται προς τους Δικαστές,
Εισαγγελείς, Δικαστικούς Υπάλληλους και εκπρόσω-
πους Δημόσιων Αρχών με αξιοπρέπεια.
Απαγορεύονται η αναξιοπρεπή συμπεριφορά και οι
εκφράσεις κολακείας για την απόσπαση συμπάθειας
ή ευνοϊκής αποφάσεως ή ενέργειας.

ΆρΘρο 32

α. Δεν επιτρέπεται στους Δικηγόρους να εξετάζονται
μάρτυρες στα Δικαστήρια για υποθέσεις και για
περιστατικά που περιήλθαν σε γνώση τους από την
άσκηση του Λειτουργήματος είτε στα Δικαστήρια
είτε σε εξώδικες εργασίες, διαπραγματεύσεις, ή
προσπάθειες για συμβιβαστική επίλυση διαφο-
ρών,
β. Σ’ εξαιρετικές περιπτώσεις μπορούν να εξεταστούν
μάρτυρες για υπόθεση στην οποία είχαν ανάμιξη,
ή γνωρίζουν από την άσκηση του Λειτουργήματος
τους, αν υπάρχουν σπουδαίοι λόγοι. Τους λόγους
αυτούς εκθέτει ο ενδιαφερόμενος με αίτηση του
προς το Σύλλογο (Διοικητικό Συμβούλιο). Το Δ.Σ.
τους εκτιμά και χορηγεί κατά την κρίση του σχε-
τική άδεια. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις η άδεια
αυτή χορηγείται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού
Συμβουλίου.
γ. Και αν πάρουν την άδεια από το Δ.Σ. ή τον Πρόε-
δρο, απαγορεύεται να καταθέσουν περιστατικά που
τους έχει εμπιστευτεί ο εντολέας τους και να παρα-
βιάσουν με οποιοδήποτε τρόπο το επαγγελματικό
απόρρητο,
δ. Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να εξεταστούν
μάρτυρες κατά του εντολέα τους ή του πρώην εντο-
λέα τους, ή των κληρονόμων τους, έστω και αν έχει
ανακληθεί ή περατωθεί η εντολή τους.
ε. Δεν επιτρέπεται στο Δικηγόρο να έχει στην ίδια
δίκη δύο ιδιότητες, μάρτυρα και Συνηγόρου. Η
απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για τον Δικηγόρο μη-
νυτή, που είναι και «πολιτικώς ενάγων».
στ. Όταν ο Δικηγόρος κληθεί από Δικαστήριο ή Ανα-
κριτική Αρχή να εξεταστεί μάρτυρας και να κατα-
θέσει περιστατικά που περιήλθαν σε γνώση του
κατά την άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήμα-
τος, έχει το δικαίωμα ν’ αρνηθεί τη μαρτυρία αν
προσκρούει στο επαγγελματικό του απόρρητο. Αν
η κατάθεση δεν προσκρούει στο απόρρητο, έχει
το δικαίωμα να κρίνει κατά συνείδηση αν και σε
ποιο μέτρο πρέπει να εξεταστεί για τα περιστατικά
αυτά, με την προϋπόθεση πάντοτε ότι η αποκάλυψη
τους δεν θα βλάψει τον πελάτη του και ότι θα πάρει
άδεια από το Δ.Σ. ή τον Πρόεδρο.
ζ. Στις περιπτώσεις που δεσμεύεται από το επαγγελ-
ματικό απόρρητο, οφείλει να δηλώσει τούτο στο
Δικαστήριο ή την Ανακριτική Αρχή, που τον εκκά-
λεσε, χωρίς να έχει την υποχρέωση να στηρίξει με
ειδική αιτιολογία την άρνησή του να καταθέσει.
η. Για περιστατικά που περιήλθαν σε γνώση του από
άλλη αιτία και όχι από την άσκηση του Λειτουργή-
ματος του, δεν δικαιούται ν’ αρνηθεί τη μαρτυρία
του, ούτε χρειάζεται την άδεια από το Δ.Σ. ή τον
Πρόεδρο.

Z’ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΆρΘρο 33                                                   

O Δικηγόρος πρέπει να συμπεριφέρεται άψογα προς τους συνεργάτες του. Να μην υποτιμά την εργασία τους και να μη σχολιάζει αρνητικά την ικανότητα ή τη συνεισφορά τους προς τον πελάτη ή προς οποιον- δήποτε τρίτο. Πρέπει να τηρεί τις συμφωνίες για την αμοιβή των συνεργατών του και να παρέχει κάθε βοή- θεια προς αυτούς για την εξασφάλιση και την καταβο- λή της αμοιβής τους από τον πελάτη.

ΆρΘρο 34                                                   

Στην περίπτωση που ο Δικηγόρος απασχολεί συνάδελ- φο του είτε τακτικά είτε έκτακτα είτε για την διεκπε- ραίωση όλων των υποθέσεων του γραφείου του είτε για την διεκπεραίωση ορισμένων υποθέσεων πρέπει: α. Να συμπεριφέρεται προς αυτόν συναδελφικά, με

ισοτιμία και όχι σαν προϊστάμενος προς υφιστάμενο, β. Να συνεργάζεται μαζί του με συναδελφικότητα, ευ- γένεια και κατανόηση, να μη θίγει τη φιλοτιμία του και τη δικηγορική και ατομική του αξιοπρέπεια και να μην τον απασχολεί σε μη δικηγορικά καθήκοντα,

γ. Να καταβάλλει έγκαιρα τη συμφωνημένη αμοιβή, δ. Να προβάλλει την εργασία του συνάδελφού του και

προς τον πελάτη και προς τα Δικαστήρια και προς τους τρίτους.

ΆρΘρο 33

O Δικηγόρος πρέπει να συμπεριφέρεται άψογα προς
τους συνεργάτες του. Να μην υποτιμά την εργασία
τους και να μη σχολιάζει αρνητικά την ικανότητα ή
τη συνεισφορά τους προς τον πελάτη ή προς οποιον-
δήποτε τρίτο. Πρέπει να τηρεί τις συμφωνίες για την
αμοιβή των συνεργατών του και να παρέχει κάθε βοή-
θεια προς αυτούς για την εξασφάλιση και την καταβο-
λή της αμοιβής τους από τον πελάτη.

ΆρΘρο 34

Στην περίπτωση που ο Δικηγόρος απασχολεί συνάδελ-
φο του είτε τακτικά είτε έκτακτα είτε για την διεκπε-
ραίωση όλων των υποθέσεων του γραφείου του είτε
για την διεκπεραίωση ορισμένων υποθέσεων πρέπει:
α. Να συμπεριφέρεται προς αυτόν συναδελφικά, με
ισοτιμία και όχι σαν προϊστάμενος προς υφιστάμενο,
β. Να συνεργάζεται μαζί του με συναδελφικότητα, ευ-
γένεια και κατανόηση, να μη θίγει τη φιλοτιμία του
και τη δικηγορική και ατομική του αξιοπρέπεια και
να μην τον απασχολεί σε μη δικηγορικά καθήκοντα,
γ. Να καταβάλλει έγκαιρα τη συμφωνημένη αμοιβή,
δ. Να προβάλλει την εργασία του συνάδελφού του και
προς τον πελάτη και προς τα Δικαστήρια και προς
τους τρίτους.

Η’ ΣΧΕΣΕΙΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ - ΑΣΚΟΥΜΕΝΟΥ

ΆρΘρο 35

Ο Δικηγόρος που δέχεται Ασκούμενο στο Γραφείο του
έχει υποχρέωση:
α. Να δηλώσει τούτο με έγγραφο του προς τον Σύλ-
λογο,
β. Να καθοδηγεί τον Ασκούμενο στην άσκηση της Δι-
κηγορίας.
γ. Να του αναθέτει τη μελέτη και το χειρισμό απλών
στην αρχή και αργότερα σοβαρότερων υποθέσε-
ων, να του παρέχει οδηγίες για το χειρισμό τους,
να συζητεί μαζί του τα επιστημονικά και πρακτικά
θέματα και γενικά να του παρέχει κάθε βοήθεια και
συμπαράσταση,
δ. Να τον εφοδιάζει με εξουσιοδότηση όπου χρειάζε-
ται για την αυτοτελή παράσταση του Ασκούμενου
και να κάνει μαζί με αυτόν παραστάσεις στα Δικα-
στήρια (σε υποθέσεις του Ασκούμενου).
ε. Να του χορηγεί κάθε βεβαίωση που χρειάζεται για
την άσκησή του ή για τη συμμετοχή του σ’ εξετά-
σεις,
στ. Να συμπεριφέρεται προς τον Ασκούμενο με ευγέ-
νεια και κατανόηση και να μη θίγει με οποιοδήποτε
τρόπο την προσωπικότητά του.
ζ. Να τον απασχολεί σε δικηγορικά καθήκοντα και όχι
σε υπηρεσίες άσχετες με τη δικηγορία.

ΆρΘρο 35                                                   

Ο Δικηγόρος που δέχεται Ασκούμενο στο Γραφείο του έχει υποχρέωση:

α. Να δηλώσει τούτο με έγγραφο του προς τον Σύλ- λογο,

β. Να καθοδηγεί τον Ασκούμενο στην άσκηση της Δι- κηγορίας.

γ. Να του αναθέτει τη μελέτη και το χειρισμό απλών στην αρχή και αργότερα σοβαρότερων υποθέσε- ων, να του παρέχει οδηγίες για το χειρισμό τους, να συζητεί μαζί του τα επιστημονικά και πρακτικά θέματα και γενικά να του παρέχει κάθε βοήθεια και συμπαράσταση,

δ. Να τον εφοδιάζει με εξουσιοδότηση όπου χρειάζε- ται για την αυτοτελή παράσταση του Ασκούμενου και να κάνει μαζί με αυτόν παραστάσεις στα Δικα- στήρια (σε υποθέσεις του Ασκούμενου).

ε. Να του χορηγεί κάθε βεβαίωση που χρειάζεται για την άσκησή του ή για τη συμμετοχή του σ’ εξετά- σεις,

στ. Να συμπεριφέρεται προς τον Ασκούμενο με ευγέ- νεια και κατανόηση και να μη θίγει με οποιοδήποτε τρόπο την προσωπικότητά του.

ζ. Να τον απασχολεί σε δικηγορικά καθήκοντα και όχι σε υπηρεσίες άσχετες με τη δικηγορία.

Θ’ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΝΤΟΛΕΑ

ΆρΘρο 36                                                   

O Δικηγόρος όταν αναλάβει την υπεράσπιση μιας υπο- θέσεως, έχει υποχρέωση:

  1. Να αντιπροσωπεύει τον εντολέα του, σε όλα τα Δι- καστήρια στα οποία είναι διορισμένος και σε όλες τις Αρχές και να ενεργεί τις αναγκαίες πράξεις. Αν π υπόθεση πρόκειται να δικαστεί από το Δικαστήριο, στο οποίο δεν έχει δικαίωμα να παραστεί, οφείλει να το ανακοινώσει στον εντολέα του και ν’ αρνηθεί την εντολή.
  2. Να μη παραμελεί την εκτέλεση της εντολής που του δόθηκε και να μην την καθυστερεί για οποιονδήπο- τε λόγο, αλλά να την εκτελεί με ευσυνειδησία και επιμέλεια.
  3. Να τηρεί αυστηρά την επαγγελματική εχεμύθεια:

α. Για όσα του εμπιστεύθηκε ο εντολέας του έστω και προφορικά, ακόμη και αν με την αποκάλυψή τους δεν πρόκειται να προκύψει ζημιά για τον εντολέα του, ή τα στοιχεία που του εμπιστεύτηκε ο εντολέ- ας του ήρθαν στη δημοσιότητα από άλλη πηγή, ή έστω και αν ο εντολέας του τον έχει απαλλάξει από την υποχρέωση της τηρήσεως του επαγγελματικού μυστικού.

β. Για όσα έμαθε από τη μελέτη των εγγράφων που του εμπιστεύτηκε ο εντολέας του. Τα έγγραφα αυτά δεν επιτρέπεται να τα δώσει στη δημοσιότητα, ούτε να δώσει αντίγραφα στους αντίδικους ή τρίτους, ούτε ν’ ανακοινώσει σ’ αυτούς το περιεχόμενο τους, εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στα προηγούμενα άρθρα.

γ. Για όσα πληροφορήθηκε από την εξέταση μαρτύ- ρων του εντολέα του.

δ. Για όσα πληροφορήθηκε από άλλους Δικηγόρους σχετικά με την υπόθεση του εντολέα του.

ε. Την εχεμύθεια πρέπει να την τηρεί όχι μόνο κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά την περαίωση της υποθέ- σεως ή την ανάκληση της εντολής από τον πελάτη του, ακόμα και μετά τον θάνατο του πελάτη του και να την επιβάλλει και στους συνεργάτες και στους υπάλληλους του γραφείου του.

στ. Όταν ο Δικηγόρος αναλαμβάνει υπόθεση εναντίον παλαιού πελάτη του, που τον υπερασπίζεται άλ- λος Δικηγόρος, δεν έχει δικαίωμα ν’ αποκαλύψει στον εντολέα του επαγγελματικά απόρρητα που του είχε εμπιστευθεί ο παλαιός πελάτης του, ούτε να τα χρησιμοποιήσει εναντίον του με οποιονδήποτε τρόπο στη δίκη.

Ο Δικηγόρος στον οποίο αναθέτουν υπόθεση εναντίον συναδέλφου του, πρέπει να τον ειδοποιεί για εξώδικη επίλυση της διαφοράς, πριν να κάνει οποιαδήποτε δι- καστική ενέργεια. Δεν επιτρέπεται υποβολή μηνύσε- ως Δικηγόρου κατά Δικηγόρου, χωρίς προηγουμένη άδεια από τον Πρόεδρο του Δ.Σ.

ΆρΘρο 37                                                   

α. O Δικηγόρος οφείλει να καταβάλλει προσπάθειες για την καλύτερη και ταχύτερη διεκπεραίωση της υποθέσεως που του αναθέτουν, μειώνοντας στο ελάχιστο τις σχετικές παραστάσεις και τις αντίστοι- χες δαπάνες των εντολέων του.

β. Υπερασπίζεται την υπόθεση κατά την κρίση του, χωρίς όμως να υπερβαίνει τα όρια της εντολής που του έχει δοθεί.

γ. Πρέπει να ενημερώνει τον εντολέα του για την πο- ρεία της υποθέσεως και για τον τρόπο υπερασπίσε-

 

ως. Αν ο εντολέας του διαφωνεί, έχει το δικαίωμα να παραιτηθεί από την υπεράσπιση της υποθέσεως, έγκαιρα όμως, ώστε να ανατεθεί η συνέχισή της σε άλλο Δικηγόρο.

δ. Η συμφωνία για την αμοιβή και τις δαπάνες πρέ- πει να γίνεται κατά τρόπο που να την καταλαβαίνει καλά ο πελάτης και να μην έχει καμιά δικαιολογία για αμφισβητήσεις, διαμαρτυρίες, παράπονα και διαπληκτισμούς. Η αμοιβή είναι δυνατόν να συμ- φωνηθεί κατ’ αποκοπή ή σε ποσοστό του αντικεί- μενου της δίκης, ή κατά παράσταση. Δεν πρέπει όμως να είναι μικρότερη από τα κατώτερα όρια που προβλέπει ο Κώδικας Δικηγόρων. Σε περίπτωση εργολαβίας δίκης, αν η δίκη χαθεί, ο Δικηγόρος δεν δικαιούται να λάβει αμοιβή. Για τα έξοδα είναι δυνατό να συμφωνηθεί ότι θα βαρύνουν τον Δικη- γόρο, ή τον διάδικο ή και τους δυο.

ε. O Δικηγόρος έχει το δικαίωμα να ζητεί προκατα- βολή των εξόδων και της αμοιβής του ή μέρος των εξόδων και της αμοιβής του. Αν ο πελάτης αρνηθεί την προκαταβολή που συμφωνήθηκε, μπορεί να παραιτηθεί από την υπεράσπιση της υποθέσεως, με την προϋπόθεση ότι θα το κάνει έγκαιρα και θα επιστρέψει στον εντολέα του όλα τα έγγραφα, για ν’ ανατεθεί εμπρόθεσμα η υπόθεση σε άλλο Δικη- γόρο,

στ. Όταν ο Δικηγόρος παραιτηθεί δικαιολογημένα από την υπεράσπιση της υποθέσεως, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον εντολέα του να του καταβάλει την αμοιβή και τα έξοδα για τις μέχρι την ημέρα της παραιτήσεώς του ενέργειές του. Αν ο εντολέας δεν καταβάλει τα ποσά αυτά, και ακόμα, αν περατωθεί η υπόθεση και ο εντολέας δεν καταβάλει την αμοι- βή που συμφωνήθηκε και τα έξοδα, ο Δικηγόρος έχει το δικαίωμα της επισχέσεως των εγγράφων που έχει στα χέρια του, ώσπου να καταβληθεί η αμοιβή του και οι σχετικές δαπάνες,

ζ. Απαγορεύεται στον Δικηγόρο που θα παραιτηθεί από την υπεράσπιση μιας υποθέσεως ν’ αναλάβει την υπεράσπιση του αντίδικου του αρχικού εντολέα του. Επιτρέπεται όμως ν’ αναλάβει την υπεράσπιση άλλης υποθέσεως που του αναθέτει ο αντίδικος του πρώην εντολέα του, αν δεν έχει καμιά σχέση ή συ- νάφεια με την προηγουμένη υπόθεση.

η. Απαγορεύεται στον Δικηγόρο να έλθει με τρίτους σε συμφωνία που βλάπτει τα συμφέροντα του εντο- λέα του ή να ενεργήσει πράξεις που ωφελούν τον αντίδικο και βλάπτουν τον εντολέα του, ή να δώσει επιβλαβείς συμβουλές στον εντολέα του, ή να πα- ρέχει την συνδρομή του κατά τη διάρκεια της δίκης και στους δύο διάδικους άμεσα ή έμμεσα.

θ. O Δικηγόρος που ανάλαβε την υπεράσπιση μιας υποθέσεως έχει την υποχρέωση να δώσει στον εντολέα του απόδειξη παραλαβής για τα έγγραφα που του εμπιστεύτηκε (αν του ζητηθεί) και να τα φυλάξει τουλάχιστον πέντε χρόνια μετά την περά- τωση της υποθέσεως,

ι. O Δικηγόρος πρέπει ν’ αποδίδει σ’ εύλογο χρόνο τα χρήματα που εισπράττει για τον εντολέα του, καθώς και να δίνει λογαριασμό για τη διαχείριση χρημά- των ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που του έχει ανατεθεί.

 

ΆρΘρο 36

O Δικηγόρος όταν αναλάβει την υπεράσπιση μιας υπο-
θέσεως, έχει υποχρέωση:
1. Να αντιπροσωπεύει τον εντολέα του, σε όλα τα Δι-
καστήρια στα οποία είναι διορισμένος και σε όλες
τις Αρχές και να ενεργεί τις αναγκαίες πράξεις. Αν π
υπόθεση πρόκειται να δικαστεί από το Δικαστήριο,
στο οποίο δεν έχει δικαίωμα να παραστεί, οφείλει
να το ανακοινώσει στον εντολέα του και ν’ αρνηθεί
την εντολή.
2. Να μη παραμελεί την εκτέλεση της εντολής που του
δόθηκε και να μην την καθυστερεί για οποιονδήπο-
τε λόγο, αλλά να την εκτελεί με ευσυνειδησία και
επιμέλεια.
3. Να τηρεί αυστηρά την επαγγελματική εχεμύθεια:
α. Για όσα του εμπιστεύθηκε ο εντολέας του έστω και
προφορικά, ακόμη και αν με την αποκάλυψή τους
δεν πρόκειται να προκύψει ζημιά για τον εντολέα
του, ή τα στοιχεία που του εμπιστεύτηκε ο εντολέ-
ας του ήρθαν στη δημοσιότητα από άλλη πηγή, ή
έστω και αν ο εντολέας του τον έχει απαλλάξει από
την υποχρέωση της τηρήσεως του επαγγελματικού
μυστικού.
β. Για όσα έμαθε από τη μελέτη των εγγράφων που
του εμπιστεύτηκε ο εντολέας του. Τα έγγραφα αυτά
δεν επιτρέπεται να τα δώσει στη δημοσιότητα, ούτε
να δώσει αντίγραφα στους αντίδικους ή τρίτους,
ούτε ν’ ανακοινώσει σ’ αυτούς το περιεχόμενο
τους, εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται
στα προηγούμενα άρθρα.
γ. Για όσα πληροφορήθηκε από την εξέταση μαρτύ-
ρων του εντολέα του.
δ. Για όσα πληροφορήθηκε από άλλους Δικηγόρους
σχετικά με την υπόθεση του εντολέα του.
ε. Την εχεμύθεια πρέπει να την τηρεί όχι μόνο κατά τη
διάρκεια, αλλά και μετά την περαίωση της υποθέ-
σεως ή την ανάκληση της εντολής από τον πελάτη
του, ακόμα και μετά τον θάνατο του πελάτη του και
να την επιβάλλει και στους συνεργάτες και στους
υπάλληλους του γραφείου του.
στ. Όταν ο Δικηγόρος αναλαμβάνει υπόθεση εναντίον
παλαιού πελάτη του, που τον υπερασπίζεται άλ-
λος Δικηγόρος, δεν έχει δικαίωμα ν’ αποκαλύψει
στον εντολέα του επαγγελματικά απόρρητα που του
είχε εμπιστευθεί ο παλαιός πελάτης του, ούτε να
τα χρησιμοποιήσει εναντίον του με οποιονδήποτε
τρόπο στη δίκη.
Ο Δικηγόρος στον οποίο αναθέτουν υπόθεση εναντίον
συναδέλφου του, πρέπει να τον ειδοποιεί για εξώδικη
επίλυση της διαφοράς, πριν να κάνει οποιαδήποτε δι-
καστική ενέργεια. Δεν επιτρέπεται υποβολή μηνύσε-
ως Δικηγόρου κατά Δικηγόρου, χωρίς προηγουμένη
άδεια από τον Πρόεδρο του Δ.Σ.

ΆρΘρο 37

α. O Δικηγόρος οφείλει να καταβάλλει προσπάθειες
για την καλύτερη και ταχύτερη διεκπεραίωση της
υποθέσεως που του αναθέτουν, μειώνοντας στο
ελάχιστο τις σχετικές παραστάσεις και τις αντίστοι-
χες δαπάνες των εντολέων του.
β. Υπερασπίζεται την υπόθεση κατά την κρίση του,
χωρίς όμως να υπερβαίνει τα όρια της εντολής που
του έχει δοθεί.
γ. Πρέπει να ενημερώνει τον εντολέα του για την πο-
ρεία της υποθέσεως και για τον τρόπο υπερασπίσε-
ως. Αν ο εντολέας του διαφωνεί, έχει το δικαίωμα
να παραιτηθεί από την υπεράσπιση της υποθέσεως,
έγκαιρα όμως, ώστε να ανατεθεί η συνέχισή της σε
άλλο Δικηγόρο.
δ. Η συμφωνία για την αμοιβή και τις δαπάνες πρέ-
πει να γίνεται κατά τρόπο που να την καταλαβαίνει
καλά ο πελάτης και να μην έχει καμιά δικαιολογία
για αμφισβητήσεις, διαμαρτυρίες, παράπονα και
διαπληκτισμούς. Η αμοιβή είναι δυνατόν να συμ-
φωνηθεί κατ’ αποκοπή ή σε ποσοστό του αντικεί-
μενου της δίκης, ή κατά παράσταση. Δεν πρέπει
όμως να είναι μικρότερη από τα κατώτερα όρια που
προβλέπει ο Κώδικας Δικηγόρων. Σε περίπτωση
εργολαβίας δίκης, αν η δίκη χαθεί, ο Δικηγόρος
δεν δικαιούται να λάβει αμοιβή. Για τα έξοδα είναι
δυνατό να συμφωνηθεί ότι θα βαρύνουν τον Δικη-
γόρο, ή τον διάδικο ή και τους δυο.
ε. O Δικηγόρος έχει το δικαίωμα να ζητεί προκατα-
βολή των εξόδων και της αμοιβής του ή μέρος των
εξόδων και της αμοιβής του. Αν ο πελάτης αρνηθεί
την προκαταβολή που συμφωνήθηκε, μπορεί να
παραιτηθεί από την υπεράσπιση της υποθέσεως,
με την προϋπόθεση ότι θα το κάνει έγκαιρα και θα
επιστρέψει στον εντολέα του όλα τα έγγραφα, για
ν’ ανατεθεί εμπρόθεσμα η υπόθεση σε άλλο Δικη-
γόρο,
στ. Όταν ο Δικηγόρος παραιτηθεί δικαιολογημένα από
την υπεράσπιση της υποθέσεως, έχει το δικαίωμα
να ζητήσει από τον εντολέα του να του καταβάλει
την αμοιβή και τα έξοδα για τις μέχρι την ημέρα της
παραιτήσεώς του ενέργειές του. Αν ο εντολέας δεν
καταβάλει τα ποσά αυτά, και ακόμα, αν περατωθεί
η υπόθεση και ο εντολέας δεν καταβάλει την αμοι-
βή που συμφωνήθηκε και τα έξοδα, ο Δικηγόρος
έχει το δικαίωμα της επισχέσεως των εγγράφων
που έχει στα χέρια του, ώσπου να καταβληθεί η
αμοιβή του και οι σχετικές δαπάνες,
ζ. Απαγορεύεται στον Δικηγόρο που θα παραιτηθεί
από την υπεράσπιση μιας υποθέσεως ν’ αναλάβει
την υπεράσπιση του αντίδικου του αρχικού εντολέα
του. Επιτρέπεται όμως ν’ αναλάβει την υπεράσπιση
άλλης υποθέσεως που του αναθέτει ο αντίδικος του
πρώην εντολέα του, αν δεν έχει καμιά σχέση ή συ-
νάφεια με την προηγουμένη υπόθεση.
η. Απαγορεύεται στον Δικηγόρο να έλθει με τρίτους
σε συμφωνία που βλάπτει τα συμφέροντα του εντο-
λέα του ή να ενεργήσει πράξεις που ωφελούν τον
αντίδικο και βλάπτουν τον εντολέα του, ή να δώσει
επιβλαβείς συμβουλές στον εντολέα του, ή να πα-
ρέχει την συνδρομή του κατά τη διάρκεια της δίκης
και στους δύο διάδικους άμεσα ή έμμεσα.
θ. O Δικηγόρος που ανάλαβε την υπεράσπιση μιας
υποθέσεως έχει την υποχρέωση να δώσει στον
εντολέα του απόδειξη παραλαβής για τα έγγραφα
που του εμπιστεύτηκε (αν του ζητηθεί) και να τα
φυλάξει τουλάχιστον πέντε χρόνια μετά την περά-
τωση της υποθέσεως,
ι. O Δικηγόρος πρέπει ν’ αποδίδει σ’ εύλογο χρόνο τα
χρήματα που εισπράττει για τον εντολέα του, καθώς
και να δίνει λογαριασμό για τη διαχείριση χρημά-
των ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που του έχει
ανατεθεί.

Ι’ ΣΧΕΣΕΙΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΙΚΟΥ

ΆρΘρο 38                                                   

α) O Δικηγόρος έχει υποχρέωση ν’ αποφεύγει κάθε επικοινωνία με τον αντίδικο και κάθε συζήτηση σχετική με την υπόθεση, χωρίς την έγκριση του εντολέα του. Αν ο αντίδικος έχει αναθέσει την υπό- θεση σε Δικηγόρο, σε κάθε σχετική συζήτηση πρέ- πει να καλείται και ο Δικηγόρος του.

β) Απαγορεύεται στον Δικηγόρο, στον οποίο ανατέ- θηκε η υπεράσπιση μιας υποθέσεως, ν’ απευθύνει τηλεφωνήματα ή επιστολές μ’ εκβιαστικό ή απει- λητικό περιεχόμενο στον αντίδικο του. Επιτρέπεται μόνον ν’ ανακοινώσει στον αντίδικο ότι του ανατέ- θηκε η άσκηση των νόμιμων ενεργειών και να τον καλέσει να τακτοποιήσει, αν θέλει, εξώδικα την υπόθεση.

γ) Δικηγόρος που παρέχει, με πάγια αντιμισθία, τις νομικές του υπηρεσίες σε Νομικό Πρόσωπο Δη- μόσιου ή Ιδιωτικού Δικαίου, απαγορεύεται ν’ ανα- λαμβάνει άμεσα ή έμμεσα υποθέσεις τρίτων κατά των μελών του ή υποθέσεις των μελών του κατά του Ν.Π.

δ) Απαγορεύεται στον Δικηγόρο να ζητήσει ή να δεχτεί οποιαδήποτε αμοιβή από τον αντίδικο του εντολέα του, ή ν’ αναλάβει υπόθεση του, πριν να τελειώσει οριστικά η δίκη την οποία διεξάγει ενα- ντίον του.

ε) O Δικηγόρος πρέπει να σέβεται τον αντίδικο του και να συμπεριφέρεται προς αυτόν με ευγένεια. Ν’ αποφεύγει προσβλητικές φράσεις και γενικά οξύ- τητα εκφράσεων, καθώς και κάθε υποτιμητική για τον αντίδικο ενέργεια ή διατύπωση, που δεν είναι αναγκαία για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του εντολέα του.

στ) Δεν επιτρέπεται στον Δικηγόρο να ενεργεί με δό- λιο τρόπο για να προκαλέσει απώλεια δικαιωμάτων του αντίδικου. Πρέπει ν’ αντιδικεί με τιμιότητα και ευθύτητα, χωρίς να παραλείπει να πράξει κάθε τι που επιβάλλεται για την ορθή υπεράσπιση των δι- καιωμάτων του εντολέα του.

ζ) Δεν επιτρέπεται στον Δικηγόρο να προκαλεί υπερ- βολικές δαπάνες σε βάρος του αντίδικου είτε με αλλεπάλληλες αγωγές, όταν αντί για πολλές είναι δυνατή η έγερση μιας αγωγής είτε με άλλες άσκο- πες ενέργειες είτε με υπερβολικές επιταγές ή διό- γκωση των δικαστικών δαπανών.

η) Ο Δικηγόρος δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει ο ανθρωπισμός, όταν επιχειρεί διάφορες πράξεις κατά του αντίδικου του εντολέα του και μάλιστα κατά την εκτέλεση αποφάσεων. Απαγο- ρεύεται να παρευρίσκεται κατά την εκτέλεση δι- καστικών αποφάσεων, εκτός αν είναι απαραίτητη η παρουσία του, αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να παίρνει την άδεια από το Δ.Σ. ή τον Πρόεδρο.

ΆρΘρο 38

α) O Δικηγόρος έχει υποχρέωση ν’ αποφεύγει κάθε
επικοινωνία με τον αντίδικο και κάθε συζήτηση
σχετική με την υπόθεση, χωρίς την έγκριση του
εντολέα του. Αν ο αντίδικος έχει αναθέσει την υπό-
θεση σε Δικηγόρο, σε κάθε σχετική συζήτηση πρέ-
πει να καλείται και ο Δικηγόρος του.
β) Απαγορεύεται στον Δικηγόρο, στον οποίο ανατέ-
θηκε η υπεράσπιση μιας υποθέσεως, ν’ απευθύνει
τηλεφωνήματα ή επιστολές μ’ εκβιαστικό ή απει-
λητικό περιεχόμενο στον αντίδικο του. Επιτρέπεται
μόνον ν’ ανακοινώσει στον αντίδικο ότι του ανατέ-
θηκε η άσκηση των νόμιμων ενεργειών και να τον
καλέσει να τακτοποιήσει, αν θέλει, εξώδικα την
υπόθεση.
γ) Δικηγόρος που παρέχει, με πάγια αντιμισθία, τις
νομικές του υπηρεσίες σε Νομικό Πρόσωπο Δη-
μόσιου ή Ιδιωτικού Δικαίου, απαγορεύεται ν’ ανα-
λαμβάνει άμεσα ή έμμεσα υποθέσεις τρίτων κατά
των μελών του ή υποθέσεις των μελών του κατά
του Ν.Π.
δ) Απαγορεύεται στον Δικηγόρο να ζητήσει ή να
δεχτεί οποιαδήποτε αμοιβή από τον αντίδικο του
εντολέα του, ή ν’ αναλάβει υπόθεση του, πριν να
τελειώσει οριστικά η δίκη την οποία διεξάγει ενα-
ντίον του.
ε) O Δικηγόρος πρέπει να σέβεται τον αντίδικο του
και να συμπεριφέρεται προς αυτόν με ευγένεια. Ν’
αποφεύγει προσβλητικές φράσεις και γενικά οξύ-
τητα εκφράσεων, καθώς και κάθε υποτιμητική για
τον αντίδικο ενέργεια ή διατύπωση, που δεν είναι
αναγκαία για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του
εντολέα του.
στ) Δεν επιτρέπεται στον Δικηγόρο να ενεργεί με δό-
λιο τρόπο για να προκαλέσει απώλεια δικαιωμάτων
του αντίδικου. Πρέπει ν’ αντιδικεί με τιμιότητα και
ευθύτητα, χωρίς να παραλείπει να πράξει κάθε τι
που επιβάλλεται για την ορθή υπεράσπιση των δι-
καιωμάτων του εντολέα του.
ζ) Δεν επιτρέπεται στον Δικηγόρο να προκαλεί υπερ-
βολικές δαπάνες σε βάρος του αντίδικου είτε με
αλλεπάλληλες αγωγές, όταν αντί για πολλές είναι
δυνατή η έγερση μιας αγωγής είτε με άλλες άσκο-
πες ενέργειες είτε με υπερβολικές επιταγές ή διό-
γκωση των δικαστικών δαπανών.
η) Ο Δικηγόρος δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια που
επιβάλλει ο ανθρωπισμός, όταν επιχειρεί διάφορες
πράξεις κατά του αντίδικου του εντολέα του και
μάλιστα κατά την εκτέλεση αποφάσεων. Απαγο-
ρεύεται να παρευρίσκεται κατά την εκτέλεση δι-
καστικών αποφάσεων, εκτός αν είναι απαραίτητη η
παρουσία του, αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να
παίρνει την άδεια από το Δ.Σ. ή τον Πρόεδρο.

ΙΑ’ ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

ΆρΘρο 39                                                   

Ο Δικηγόρος πρέπει, όχι μόνο κατά την άσκηση του Λειτουργήματος του, αλλά και στον ιδιωτικό του βίο να έχει αξιοπρέπεια, ώστε να μην προκαλούνται σχόλια και δυσφήμιση οε βάρος του Δικηγορικού Σώματος. Να έχει συνέπεια σε όλες τις συναλλαγές του και

 

οι δηλώσεις του προς τους αντισυμβαλλόμενους ή οποιουσδήποτε τρίτους να είναι σοβαρές και αληθι- νές. Να μην εκμεταλλεύεται την άγνοια, ή την απειρία, τη γνωριμία, τη συγγένεια, τη φιλία ή την εμπιστοσύνη του εντολέα του, ή του αντίδικου ή οποιουδήποτε τρί- του προς αυτόν, ή το Λειτούργημά του. Στους τόπους της κατοικίας του και της εργασίας του, στα σωματεία και διάφορες Οργανώσεις όπου μετέχει, στους πολυ- σύχναστους χώρους, στα δημόσια μέσα συγκοινωνίας, σε συγκεντρώσεις του κοινού, πρέπει να επιδεικνύει συμπεριφορά υποδειγματική για τους άλλους.

ΆρΘρο 39

Ο Δικηγόρος πρέπει, όχι μόνο κατά την άσκηση του
Λειτουργήματος του, αλλά και στον ιδιωτικό του βίο να
έχει αξιοπρέπεια, ώστε να μην προκαλούνται σχόλια
και δυσφήμιση οε βάρος του Δικηγορικού Σώματος.
Να έχει συνέπεια σε όλες τις συναλλαγές του και
οι δηλώσεις του προς τους αντισυμβαλλόμενους ή
οποιουσδήποτε τρίτους να είναι σοβαρές και αληθι-
νές. Να μην εκμεταλλεύεται την άγνοια, ή την απειρία,
τη γνωριμία, τη συγγένεια, τη φιλία ή την εμπιστοσύνη
του εντολέα του, ή του αντίδικου ή οποιουδήποτε τρί-
του προς αυτόν, ή το Λειτούργημά του. Στους τόπους
της κατοικίας του και της εργασίας του, στα σωματεία
και διάφορες Οργανώσεις όπου μετέχει, στους πολυ-
σύχναστους χώρους, στα δημόσια μέσα συγκοινωνίας,
σε συγκεντρώσεις του κοινού, πρέπει να επιδεικνύει
συμπεριφορά υποδειγματική για τους άλλους.

IB’ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

ΆρΘρο 40                                                   

Η παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον Κώδικα Δικηγόρων ή άλλους νόμους και από τον

 

Κώδικα Δεοντολογίας αποτελεί πειθαρχικό παράπτω- μα και τιμωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρ- θρων 66 έως 79 του Κώδικα Δικηγόρων.

Συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα, όταν ο δικηγόρος ή η δικηγορική εταιρεία, οχλεί προφορικά και δη τηλε- φωνικά τον οφειλέτη του εντολέα του πέραν της μίας φοράς προκειμένου να τον ενημερώσει για την οφειλή του και να διερευνήσει τη δυνατότητα εξώδικης επί- λυσης της υφιστάμενης διαφοράς (η συγκεκριμένη διάταξη προστέθηκε με την από 11/11/2014 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α.).

ΆρΘρο 41                                                   

O Κώδικας Δεοντολογίας εγκρίθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο του Δ.Σ.Α., στη συνεδρίαση της 4.1.1980 και ισχύει από την ημέρα της δημοσιεύσεώς του στο

«Νομικό Βήμα» ή τον «Κώδικα Νομικού Βήματος».

ΆρΘρο 39

Ο Δικηγόρος πρέπει, όχι μόνο κατά την άσκηση του
Λειτουργήματος του, αλλά και στον ιδιωτικό του βίο να
έχει αξιοπρέπεια, ώστε να μην προκαλούνται σχόλια
και δυσφήμιση οε βάρος του Δικηγορικού Σώματος.
Να έχει συνέπεια σε όλες τις συναλλαγές του και
οι δηλώσεις του προς τους αντισυμβαλλόμενους ή
οποιουσδήποτε τρίτους να είναι σοβαρές και αληθι-
νές. Να μην εκμεταλλεύεται την άγνοια, ή την απειρία,
τη γνωριμία, τη συγγένεια, τη φιλία ή την εμπιστοσύνη
του εντολέα του, ή του αντίδικου ή οποιουδήποτε τρί-
του προς αυτόν, ή το Λειτούργημά του. Στους τόπους
της κατοικίας του και της εργασίας του, στα σωματεία
και διάφορες Οργανώσεις όπου μετέχει, στους πολυ-
σύχναστους χώρους, στα δημόσια μέσα συγκοινωνίας,
σε συγκεντρώσεις του κοινού, πρέπει να επιδεικνύει
συμπεριφορά υποδειγματική για τους άλλους.

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να διασφαλίσει μια καλύτερη και εξατομικευμένη εμπειρία χρήσης. Αν συνεχίσετε την πλοήγηση, αποδέχεστε την χρήση των cookies.